Τελευταία Κυριακή

Κυριακή της τελευταίας βδομάδας του Αυγούστου, σίγουρα οι είσοδοι της πόλης θα 'ναι πλημμυρισμένες γύρω στη δύση του ήλιου. Οι τελευταίοι αδειούχοι του Αυγούστου θα επιστρέφουν, όσοι είναι τουλάχιστον αρκετά τυχεροί ώστε να 'χουν δουλειές στον καιρό της κρίσης. Σίγουρα δεν είμαι απ' αυτούς που θα αυτοκτονούσαν μπαίνοντας στο ποτάμι της επιστροφής μόνο και μόνο για ένα μπάνιο ή μια ημερήσια έξω απ' την πόλη. Άρα καταδικασμένος μέσα στην πόλη, αυτήν την τελευταία Κυριακή των διακοπών.

Βρίσκομαι στο κέντρο του Χαλανδρίου. Ερημιά, μερικοί ξεχασμένοι κοιτάζουν τις βιτρίνες, όσες έχουν μείνει. Πιο πολλά εγκαταλειμμένα μαγαζιά τώρα. Κλειστά και τα πιο πολλά περίπτερα, πού θα πουληθούν οι κυριακάτικες εφημερίδες; Βρίσκω μετά βίας ένα ανοιχτό, φυλλάδες ταγμένες στην τρομολαγνεία.  Αυτοκίνητα παρατημένα πού και πού πάνω στον πεζόδρομο, μεθυσμένοι του Σαββατόβραδου που προτίμησαν να φτάσουν σώοι; Παρήγορο.

Απ' την πλάνη με βγάζει ένας ήχος. Στον πεζόδρομο μπαίνει κάρο πολυτελείας. Ξεχωρίζω μόνο το μαύρο γυαλί του οδηγού. Τ' αφήνει καταμεσής στη μέση του πεζόδρομου, δίπλα στα παγκάκια. Τσιγάρο στο στόμα. Η πόρτα ανοίγει, βγαίνει ένας τύπος με μαλλί μακρί, ασημένιο, πενηντάρης, φάτσα πάλαι ποτέ ροκά. Αμφιταλαντεύομαι ανάμεσα στο να του ζητήσω το λόγο που άφησε το ρημάδι του, το γκαζοντενεκέ του, πάνω στον πεζόδρομο και στο να διατηρήσω την κυριακάτικη ηρεμία μου. Τον κοιτάζω αναβάλλοντας. Μπαίνει σ' ένα ανοιχτό καφέ, χαιρετάει το προσωπικόν. Νεοέλληνας της ντροπής. Εξ άλλου είναι απολύτως βέβαιος ότι στο αυτοκίνητό του δε θα βρει καμμιά κλήση. Κράτος ανύπαρκτον.

Μεσημέρι στο καρακέντρο της Κηφισιάς, Κυριαζή. Μπροστά μου ριγέ διαγράμμιση διάβασης πεζών, πάω να περάσω αλλά ορμάει επάνω μου το πρώτο αυτοκίνητο. Κάνω πίσω. Δεύτερο, τρίτο, μπροστά στο τέταρτο κάνω να περάσω, έχουν ή δεν έχουν προτεραιότητα οι πεζοί; Δε βλέπω φρένο παρά την τελευταία στιγμή, όταν είναι σαφές ότι η μόνη του επιλογή είναι αν θα με πατήσει ή όχι. Του γνέφω χαρακτηριστικά με ύφος "έλεος πια, θα μας πατήσεις λοιπόν;" Ο οδηγός είναι νέος, έχει δίπλα του κοπέλλα. Μειώθηκε στα μάτια της που σταμάτησε; Με το που περνάει πίσω μου τον ακούω που βρίζει χαμηλόφωνα, ίσα για να φανεί στα μάτια της ότι δεν ανέχεται, ότι είναι μάγκας, λέμε τώρα. Νεοέλληνας της ντροπής νούμερο δύο. Να 'ταν μόνο δύο. Δεν έχει σωτηρία ούτε απ' την παλιά γενιά ούτε απ' την καινούργια.

Απαισιοδοξία των τελευταίων ωρών των διακοπών; Κατάθλιψη; Γεροντική ιδιοτροπία; Μήπως να βγούμε όλοι άρρωστοι ή να γίνουμε μετανάστες για να αφήσουμε στην ησυχία τους κάτι τέτοιους που αλλού δε θα τους είχαν ούτε για φτύσιμο; Μήπως αυτή η χώρα έτσι κι αλλιώς κλείνει ρολλά;

Comments

Popular posts from this blog

Τι είδε ο Έλληνας στην Ιαπωνία

Συνηθισμένα σφάλματα

Οι Καλόγεροι του Αιγαίου κι άλλα μυστήρια