Thursday, March 8, 2012

Η κινητή του Προκρούστη


Χτυπάει χθες το τηλέφωνο του γραφείου και στην αναγνώριση κλήσης βλέπω ένα νούμερο εντελώς άγνωστο. Ο συνομιλητής μου απ' την προφορά κι απ' το στυλ είναι εμφανώς Ινδός ή Πακιστανός, μέσης ηλικίας, θα έλεγα γύρω στα 40-50. Είναι ευγενέστατος και προφανώς έμπειρος στη δουλειά του, που είναι να παίρνει απαντήσεις σε ερωτηματολόγια.

Όπως προκύπτει μετά από συζήτηση μερικών λεπτών, το ερωτηματολόγιο είναι να διαπιστώσει αν η επικοινωνιακή πολιτική μιας συγκεκριμένης εταιρίας παροχής κινητής τηλεφωνίας είναι αποτελεσματική. Προσπαθεί να διαπιστώσει τι απ' όσα προσπαθεί η εταιρία να σπρώξει στο κεφάλι του πελάτη έχει όντως αφομοιωθεί. Με ρωτάει για διαφημίσεις, για ιστοσελίδες, για προσφορές, για κοινωνικές και αθλητικές εκδηλώσεις που στηρίζονται απ' την εταιρία, για την ανακύκλωση και την ευαισθησία της στο περιβάλλον.

Δε με ρώτησε κανείς γι' αυτά που πραγματικά μ' ενδιαφέρουν. Δε με παρηγοράει αν χρηματοδοτεί κάποιους που κλωτσάνε μια μπάλα ή τη ρίχνουν σ' ένα τρύπιο καλάθι ή μάλλον μ' ενοχλεί όταν σκέφτομαι πόσο παραπάνω με χρεώνει για να τα κάνει όλα αυτά. Και θεωρώ αστείο να ανακυκλώνει κάποιες χιλιάδες συσκευών όταν οι νέες που ρίχνει στην αγορά κάθε χρόνο, βάζοντας τον εύπιστο καταναλωτή να πιστέψει ότι τις χρειάζεται, είναι κατά τάξεις μεγέθους περισσότερες.

Δε θυμάμαι να με ρώτησε ποτέ κανείς αν οι υπηρεσίες που μου δίνει είναι αυτές που θα ήθελα, αν έχουν κάποια αξία για μένα, αν έρχονται σε λογικές τιμές.

Για παράδειγμα, μιλάω ελάχιστα στο τηλέφωνο, σταθερό ή κινητό. Το χρησιμοποιώ κυρίως για να ενημερώνομαι όταν μου χρειάζεται, για να βρω π.χ. για να δω τα τελευταία μου μηνύματα στο email κι αλλού, ειδήσεις, τεχνολογικές εξελίξεις, για να βρω πώς θα πάω με συγκοινωνία απ' το ένα σημείο στο άλλο, ποια έργα παίζονται σε κοντινούς κινηματογράφους, για να διαβάσω στο δρόμο τη συνέχεια ενός βιβλίου που άρχισα στο σπίτι, για να ρίξω μια ματιά σε κείμενα σχετικά με συναντήσεις και συνεδριάσεις, για να φωτογραφίσω έγγραφα που αλλιώς θα 'πρεπε να κουβαλάω ή να ψάχνω, για να πάρω μερικές φωτογραφίες και να τις δείξω σε φίλους. Πιθανώς δε χρειάζομαι ένα τηλέφωνο αλλά μια άλλη συσκευή, όμως αυτό είναι το πακέτο που μου προσφέρεται αυτή τη στιγμή. Δε θα έπρεπε αυτό το πακέτο να μπορώ να το τροποποιώ όπως νομίζω;

Θεωρητικά μπορώ να το κάνω, τόσα διαφορετικά προγράμματα υπάρχουν, με ή χωρίς συμβόλαιο, με ή χωρίς Internet, με μικρά, μεσαία και μεγάλα πακέτα. Όσες φορές αποπειράθηκα να το κάνω, ας πούμε γύρω στις 5-6, απέτυχα. Οι περιορισμοί είναι τέτοιοι που στατιστικά αργά ή γρήγορα θα σε οδηγήσουν πίσω στο "σωστό δρόμο". Θέλησα να αποκτήσω μια συνδρομή με μικρή κατανάλωση τηλεφωνίας; Έπρεπε να πάρω το πακέτο "απεριόριστα προς τους δικούς μας, τιμωρία προς τους άλλους" κι αφού δεν ήξερα τι εταιρία έχει ο καθένας χρυσοπλήρωνα τους “άλλους”. Δεν πήρα Internet, αλλά κατέβασα λίγα μπιτάκια στο ένα τρίτο των ημερών του μήνα; Καλύτερα να είχα συνδρομή όλο το μήνα. Χώρια που πρέπει να παίζω πιάνο πάνω στις ρυθμίσεις μήπως και το κινητό μου παίρνει κρυφές πρωτοβουλίες. Πρέπει για να έχω μια λογική υπηρεσία σχετική με τις ανάγκες μου να γίνω επιστήμονας των ρυθμίσεων; Η κατά τ' άλλα παντοδύναμη τεχνολογία των ημερών είναι ανίκανη να μου δώσει μια χρέωση πάνω σ' αυτά που πραγματικά ξοδεύω και μια ρύθμιση δικτύου και συσκευής που θα υλοποιεί αυτά που θέλω;

Ας το πω κι αλλιώς για να φανεί πόσο έχουμε περάσει στη σφαίρα του παραλόγου. Πέρασε ο παλιός καλός καιρός που τα τηλεφωνήματα χρεώνονταν με τις μονάδες. Τώρα χρεώνεσαι με το πακέτο της Πανδώρας, το ξοδέψεις δεν το ξοδέψεις. Πώς θα σας φαινόταν αν ο μανάβης σας έκανε συμβόλαιο να τρώτε το μήνα ένα κιλό μπανάνες σώνει και καλά; Πώς θα σας φαινόταν αν έπρεπε να αγοράζετε το χρόνο οπωσδήποτε πέντε πουκάμισα και δυο ζευγάρια παπούτσια έναντι ... συνδρομής;

Μήπως εξ άλλου πρέπει να κόψω την καλημέρα στους μισούς μου γνωστούς και φίλους επειδή έχουν κινητό της “άλλης” εταιρίας και να μιλάω “απεριόριστα” μ' εκείνους της “δικής” μας μέχρι να με βαρεθούν; Μήπως να πάρω ένα χρονόμετρο, ώστε όταν έχω πακέτο συγκεκριμένου χρόνου να το βάζω μπροστά για να καταφέρνω να εξαντλώ και ταυτόχρονα να μη ξεπερνώ το πακέτο; Μήπως να λογαριάζω ένα ένα τα μπιτάκια που κατεβάζω απ' το Internet ώστε να είναι πάνω κάτω τα ίδια κάθε μήνα; Και σε τελευταία ανάλυση γιατί πρέπει να έχω μοναδικό πάροχο; Στη γειτονιά πρέπει να επισκέπτομαι πάντοτε τον ίδιο μανάβη και τον ίδιο περιπτερά;

Εν τάξει, το γνωρίζουμε ότι ζούμε στην κοινωνία της ελεύθερης αγοράς, αλλά μήπως να αναγνωρίζονται μερικές ελευθερίες και στον καταναλωτή κι όχι μόνο στην αγορά;

Γιατί πρέπει να ψωνίζω σε τελευταία ανάλυση απ' τον Προκρούστη του οποίου η νοοτροπία και το επάγγελμα είναι γνωστά; Ο Θησέας με τι ασχολείται;

Monday, March 5, 2012

Ο αγγελικός κόσμος των κινητών δεδομένων


Ένας συνάδελφος έλεγε για θέματα που κανονικά δε θα 'πρεπε να είναι και τόσο δύσκολα στην επίλυσή τους ότι "δε χρειάζεται να είσαι και καθηγητής πανεπιστημίου" για να καταλάβεις πώς λύνονται. Αναρωτιέμαι όμως μήπως οι τρόποι χρέωσης δεδομένων από τις εταιρίες κινητής απαιτούν διδακτορικό ή κάτι τέτοιο. Ή μήπως εναλλακτικά να θεωρήσω ότι είμαι ηλίθιος;
Το πρώτο μου πάθημε υπερχρέωσης από μεταφορά δεδομένων το έπαθα στη γειτονική Σμύρνη. Τις παραμονές του Euro 2004 είχα συνδέσει ένα υπολογιστή παλάμης (την ταμπλέτα της εποχής) μέσω της υπέρυθρης θύρας με το κινητό και διάβασα email. Τότε τα κινητά με email client ήταν λίγα. Δεν ήταν η πρώτη φορά που το έκανα, αλλά ήταν η πρώτη φορά στο εξωτερικό. Συνολικά δεν είχα κατεβάσει πάνω από δέκα ΜΒ, αλλά σκέφτηκα «τι μπορεί να σε χρεώσει κάποιος για λίγα Μεγαμπάιτ;». Όταν ήρθε αργότερα ο λογαριασμός έπεσα σχεδόν λιπόθυμος. Το ποσό ξεπερνούσε το εξωφρενικό όριο των εκατό Ευρώ, «λόγω περιαγωγής δεδομένων». Τα επόμενα χρόνια από διάφορες δημοσιεύσεις είχα καταλάβει πως πολλοί ήταν αυτοί που μετά από ένα ταξίδι τους είχαν εκπλαγεί δυσάρεστα από ανάλογες χρεώσεις και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε συστήσει στις εταιρίες να μετριάσουν τις χρεώσεις. Εγώ πάντως ήμουν κατά κάποιο τρόπο ήδη προειδοποιημένος με τη μέθοδο της δοκιμής και αποτυχίας.
Παρά ταύτα κι ενώ απέφευγα την περιαγωγή όπως ο διάβολος το λιβάνι, πριν μερικά χρόνια βρέθηκα στο Λονδίνο στην ανάγκη να δω ένα επείγον email. Σε ελάχιστα (γύρω στα πέντε) δευτερόλεπτα που άνοιξα κι έκλεισα την "περιαγωγή δεδομένων" πρόλαβαν πάλι να κατέβουν μερικά ΜΒ εξ αιτίας της ταχύτητας του δικτύου που ακόμη ήταν πρωτόγνωρη για τα ελληνικά μέτρα. Ο πέλεκυς της χρέωσης έπεσε και πάλι βαρύς.
Πρόπερσι το καλοκαίρι δεν είχα ακόμη πεισθεί ότι τα "εξυπνόφωνα" (smartphones) είναι κάτι παραπάνω από μόδα κι αποφάσισα να δοκιμάσω αν όντως θα μου έλειπαν μετά από δυο χρόνια χρήσης. Άλλαξα συνδρομή, πήρα την πιο φτηνή με συμβόλαιο κι άλλαξα και συσκευή. Πήρα μια που μου φάνηκε σχετικά απλούστερη, αλλά ήθελα το GPS. Φρόντισα να έχει προφορτωμένους χάρτες για να μη χρειάζεται να κατεβάζω δεδομένα. Στο κατάστημα εξήγησα ότι δεν επιθυμώ να κατεβάζω δεδομένα, αλλά καλού κακού ρώτησα τον πωλητή: "Αν ξεκινήσω μια εφαρμογή που χρειάζεται data, τι εκ των δύο θα συμβεί, δε θα παίξει καλά η εφαρμογή ή θα αρχίσει το κατέβασμα και θα με χρεώσει; Κι αν ισχύει το δεύτερο, πόσο θα πληρώσω;" Ο πωλητής κούνησε το κεφάλι του, μουρμούρισε "όλα ανοιχτά τα 'χουν τώρα". Όσο για το αντίτιμο της χρέωσης δε μου φάνηκε εντελώς βέβαιος, μου είπε κάτι για ένα Ευρώ το ΜΒ. Η απάντηση ήταν λανθασμένη, όπως ανακάλυψα αργότερα, αλλά υπέθεσα ότι το σφάλμα ήταν περιστασιακό.
Θυμάμαι ότι μου πήρε κάμποση ώρα να βρω το τι πραγματικά ίσχυε. Αρχικά έψαξα στην ιστοσελίδα που υποτίθεται ανέλυε τις χρεώσεις του συγκεκριμένου προγράμματος που είχα αγοράσει. Εκεί όμως δεν υπήρχε καμμιά σχετική πληροφορία. Κάπου σε μια άλλη ιστοσελίδα του παρόχου αναφερόταν πως αν ο πελάτης δεν είχε ενεργοποιήσει κάποιο "πακέτο δεδομένων" η χρέωση θα ήταν κάτι παραπάνω από δέκα Ευρώ ανά ΜΒ. Για την ακρίβεια αναφερόταν το ποσό ανά ΚΒ, δηλαδή χίλιες φορές μικρότερο, ώστε να μη χτυπάει στο μάτι. Μ' άλλα λόγια ο καταναλωτής έπρεπε να ξεπεράσει δυο εμπόδια, κάτι σαν παιχνίδι περιπέτειας που πρέπει να βρεις το μαγικό σπαθί στο τρίτο μυστικό υπόγειο του πύργου. Το ένα εμπόδιο ήταν να βρει την σημείωση με τη χρέωση και το άλλο ήταν να καταλάβει τι πραγματικά εννοούσε ο ποιητής σε μια φυσιολογική μονάδα μέτρησης όγκου.
Όλα αυτά έγιναν τις παραμονές της αναχώρησης για διακοπές. Φρόντισα να φορτώσω απ' το WiFi του σπιτιού μου όλους τους κατάλληλους χάρτες και να ακυρώσω εκ των προτέρων όσες ρυθμίσεις μου φάνηκαν ύποπτες για πρόκληση μεταφοράς δεδομένων, να σβήσω τις σχετικές διευθύνσεις δικτύου κ.ο.κ. Επίσης απάντησα αρνητικά και επίμονα όσες φορές ρωτήθηκα από εφαρμογές ερωτήσεις του τύπου «θέλετε να ενεργοποιήσετε το τάδε και το δείνα» αν φανταζόμουν ότι αυτό το τάδε ήταν σχετικό με δεδομένα. Ακόμη, έσβησα όλα τα SMS του παρόχου που έφταναν απρόσκλητα με ρυθμίσεις για το κινητό μου, επειδή μ' αυτές μπορούσαν να ξαναξυπνήσουν τα δεδομένα. Με τον τρόπο αυτό θεώρησα ότι θα ήμουν σχετικά ασφαλής από χρεώσεις δεδομένων, αλλά καλού κακού είχα το νου μου. Την τέταρτη όμως ή πέμπτη μέρα των διακοπών, και παρ' όλο που είχα πάρει τα παραπάνω μέτρα, ανακάλυψα ότι ο μετρητής χρήσης δεδομένων δεν ήταν στο μηδέν και σιγά σιγά το νούμερο μεγάλωνε. Προφανώς κάποια ρύθμιση μου είχε ξεφύγει, αλλά σκέφτηκα ότι σε τελευταία ανάλυση δεν ήταν δική μου ευθύνη. Τηλεφώνησα εκνευρισμένος και κόβοντας βόλτες ανάμεσα στις παραλίες και στα δέντρα στο help desk του παρόχου, τους είπα ότι ποτέ δεν θέλησα την υπηρεσία των δεδομένων, ότι δε μπορούν σώνει και καλά να με χρεώνουν για κάτι που δεν αγόρασα. Μου είπαν ότι θα έκοβαν απ' την πλευρά του δικτύου τη σχετική δυνατότητα. Για την ώρα φαινόταν πως είχα ησυχάσει.
Η αλήθεια είναι πως η αποτοξίνωσή μου απ' το εξυπνόφωνο δεν πήγε πολύ καλά. Επί πλέον όταν ήρθε ο λογαριασμός ανακάλυψα ότι ήδη απ’ τη χρέωση φωνής δεν είχα κάνει καμμιά σπουδαία οικονομία. Το γιατί έχει να κάνει ωστόσο με τον τρόπο που χρεώνεται η φωνή, αντικείμενο ζουμερό μεν πάλι, αλλά που δε θέλω να θίξω σ' αυτό το κείμενο. Γύρισα λοιπόν στην παλιά καλή μου συνδρομή ενισχυμένη με ένα σχετικά μεγάλο πακέτο δεδομένων.
Το επόμενο επεισόδιο του σήριαλ της χρέωσης δεδομένων άργησε από τότε, ήρθε μόλις δυο βδομάδες πριν από σήμερα. Σε εργαστήριο του ΕΜΠ γράφτηκε μια εφαρμογή καταγραφής της ποιότητας του σήματος του κινητού δικτύου προκειμένου να διαπιστωθεί η ποιότητα που δίνουν στον καταναλωτή οι διάφοροι πάροχοι. Μοιράστηκαν συσκευές μέτρησης, δηλαδή κινητά τηλέφωνα εξοπλισμένα με το εν λόγω λογισμικό, προκειμένου να συγκεντρωθούν μετρήσεις. Από ενδιαφέρον για το θέμα πήρα μια συσκευή κι έβαλα μια κάρτα SIM καρτοκινητής, την οποία αγόρασα από ένα κατάστημα. Ο πωλητής δεν ήταν βέβαιος αν είχε προπληρωμένο χρόνο και πόσο, ούτε πολύ περισσότερο ανέφερε οτιδήποτε για δεδομένα. Σκεπτόμενος ότι μπορεί καμμιά φορά, όταν τελειώνει η μπαταρία στο κινητό μου, να χρειαστεί να κάνω κι απ' αυτή τη συσκευή κανένα τηλεφώνημα, πήγα σ' ένα περίπτερο και πλήρωσα δέκα Ευρώ για να υπάρχουν όταν θα χρειαζόταν να καταναλωθούν. Η πρώτη βέβαια όχι και τόσο ευχάριστη έκπληξη ήταν ότι τα δέκα Ευρώ έγιναν αμέσως αμέσως οχτώ εξ αιτίας των φόρων. Στη συνέχεια πέρασαν εννιά μέρες χωρίς να κάνω κανένα τηλεφώνημα, μόνο παίρνοντας μετρήσεις. Οι μετρήσεις αυτές καταγράφονται στη μνήμη του κινητού και τελικά μεταφέρονται σ' ένα server μόνον όταν αυτό συνδεθεί με WiFi προκειμένου να αποφεύγονται χρεώσεις μεταφοράς δεδομένων.
Την τελευταία απ' αυτές τις μέρες έφτασε ένα SMS που έλεγε οτι το υπόλοιπό μου ήταν κάτω από ένα Ευρώ. Η έκπληξή μου ήταν μεγάλη, αλλά ο νους μου πήγε πάλι στο συνηθισμένο κακό. Θεωρούσα δεδομένο ότι στην καρτοκινητή βασικά ο καταναλωτής θα πλήρωνε για φτηνά τηλεφωνήματα και λίγα SMS, ενώ αν ήθελε Internet θα 'πρεπε να πάρει πρωτοβουλία και να αγοράσει κάτι παραπάνω. Παρ' όλα αυτά έψαξα πάλι στις ιστοσελίδες του παρόχου. Αυτή τη φορά κάτω κάτω στην ιστοσελίδα με τη χρέωση για τις υπηρεσίες καρτοκινητής έγραφε το εξής καταπληκτικό: Ο καταναλωτής αυτομάτως χρεώνεται ένα Ευρώ για μια μέρα εφόσον αυτή τη μέρα χρησιμοποιήσει την υπηρεσία δεδομένων. Αν αυτό δεν του αρέσει, μπορεί να χρησιμοποιήσει τις σχετικές ρυθμίσεις απ' το κινητό του κ.λπ. κ.λπ. Η λύση του μυστηρίου ήταν προφανής, η εφαρμογή καταγραφής του σήματος χρησιμοποιούσε το GPS για να σημειώσει σε ποια θέση έχει καταγραφεί η συγκεκριμένη μέτρηση, η συσκευή όμως για τον καλύτερο εντοπισμό της θέσης ενεργοποιούσε πού και πού τη μεταφορά δεδομένων. Έτσι, χωρίς να το πολυκαταλάβω ή να το ζητήσω, σε οχτώ μέρες με χρέωσε οχτώ Ευρώ.
Αναρωτήθηκα ποια είναι η θέση της ΕΕΤΤ στο θέμα. Αν δηλαδή για να προστατευθούν από αθέλητες χρεώσεις οφείλουν να είναι επιστήμονες ρυθμίσεων των διαφόρων τύπων κινητών συσκευών οι πελάτες καρτοκινητής, που έχουν κατά μέσο όρο χαμηλότερα εισοδήματα και πιθανότατα επίσης χαμηλότερο μέσο επίπεδο εξοικείωσης με την τεχνολογία. Βρήκα μόνο οδηγίες που κατά κάποιο τρόπο προειδοποιούν τον καταναλωτή, αν φυσικά ποτέ τις διαβάσει, και τον προτρέπουν απλώς να κάνει τις σχετικές ρυθμίσεις. Είναι δηλαδή θέμα ευθύνης του ίδιου του καταναλωτή και όχι υποχρέωση της εταιρίας να τον ρωτήσει εκ των προτέρων πώς θέλει τη συσκευή του ή την υπηρεσία του ρυθμισμένη; Τα περαιτέρω σχόλια δικά σας, τόσο για τις χρεώσεις των παρόχων, όσο και για τη σχετική αντίδραση της ΕΕΤΤ.

Friday, January 6, 2012

Το άλογο του Τορίνου


Το άλογο του Τορίνου, του Μπέλα Ταρ, είναι μια ουγγαρέζικη ταινία του 2011 που πήρε την αργυρή άρκτο του φεστιβάλ του Βερολίνου. Στην εισαγωγή της ταινίας, καθώς και σ’ όλες τις κριτικές που διάβασα, αναφέρεται μια ιστορία σχετική με το Νίτσε, ότι υπερασπίστηκε ένα άλογο που μαστιγωνόταν απ’ το αφεντικό του. Ότι «όλοι» ξέρουν τι συνέβη με τον Νίτσε (κλείστηκε σε ψυχιατρείο), αλλά ουδείς έμαθε για το άλογο κι αυτό είναι το μυστήριο που καλείται να ξεδιαλύνει η ταινία. Εννοείται ότι όλα τα υποζύγια έχουν λίγο ως πολύ κοινή μοίρα, ζουν ως τότε που είναι χρήσιμα, στη συνέχεια οδηγούνται στο θάνατο («σκοτώνουν τ’ άλογα όταν γεράσουν»). Με την έννοια αυτή ουδείς αναρωτήθηκε ως τώρα για το άλογο και δικαίως. Καμμιά φορά βέβαια τυχαίνει να επιφυλάσσει η τύχη στο άλογο μια τύχη περισσότερο flamboyant, θεαματική, όπως για παράδειγμα σ’ εκείνο το άλογο που έπεσε απ’ τον ουρανό πάνω σ’ ένα μπαρ στην Άνδρο. Άκουσα ότι για να το ξεφορτωθούν το παράτησαν κοντά σ’ ένα γκρεμό, όπου κάποια στιγμή θα άφηνε την τελευταία του πνοή ήσυχα, εκείνο όμως προτίμησε να γκρεμιστεί, ίσως ονειρεύτηκε πως είχε αναβάτη το Λέοντα Σγουρό που αυτοκτόνησε έφιππος απ’ τον Ακροκόρινθο.
Κρίνοντας απ’ το καστ της ταινίας που αποτελείται από Ούγγρους, υποθέτω ότι γυρίστηκε στην Ουγγαρία. Σε κάθε περίπτωση το τοπίο δεν θυμίζει καθόλου ειδικά το Τορίνο, αλλά αυτό είναι μάλλον άνευ σημασίας. Είναι μια ανεμοδαρμένη εξοχή, που φιλοξενεί ένα πετρόχτιστο αγροτόσπιτο οπουδήποτε, ακόμη και στην Ελλάδα του τέλους του δέκατου ένατου ή των αρχών του εικοστού αιώνα. Εξ άλλου κι ο σκηνοθέτης κάπου εκεί τοποθετεί την ταινία του, γύρω στο 1890. Η οικιακή τεχνολογία ή τα ρούχα των ηρώων είναι εξίσου ισοπεδωτικά σ’ αυτό το θέμα. Ο δημιουργός δεν ενδιαφέρεται να δώσει στοιχεία για το πού και το πώς της ταινίας, τον ενδιαφέρουν τα βασικά, ένα σπίτι, μια αποθήκη, ένα πηγάδι, ένα άλογο, δυο άνθρωποι, μερικοί ακόμη επισκέπτες, όλα τ' άλλα θα ήταν άσχετες λεπτομέρειες. Είναι όπως οι ζωγραφιές που κάνουν τα μικρά παιδιά, ένα σπίτι αποτελείται από μια πόρτα, δυο παράθυρα, μια στέγη, το πολύ μια καμινάδα. Όλα τα σπίτια είναι λίγο ως πολύ ίδια.Όλα τα στοιχεία αυτού του βασικού σπιτιού της ταινίας είναι "λειτουργικά", έχουν τη σημασία τους μέσα στην ταινία, είναι γρανάζια του μεγάλου μηχανισμού της ζωής.
Στην πρώτη σκηνή το άλογο οδηγεί το κάρο προς το κτήμα, που δεν είναι καν κτήμα γιατί δεν έχει ίχνος καλλιέργειας, αποτελείται από ένα σπίτι, ένα σταύλο κι ένα πηγάδι. Ο αμαξάς είναι ένας ασπρομάλλης, μένει με την κόρη του. Κάθε πρωί τον ντύνει, εκείνος πίνει ένα δυο ποτήρια οινόπνευμα και κανονικά θα πήγαινε στη δουλειά αν το άλογο δεν είχε γίνει απρόθυμο κι εξασθενημένο. Το μεσημέρι τρώνε πατάτες βραστές, κάθε φορά το ίδιο κι απαράλλαχτο φτωχικό μενού. Ο αέρας φυσάει δαιμονισμένα, ανεμίζει τα φύλλα και τα ρούχα της κόρης που κάθε μέρα σηκώνει δυο κουβάδες νερό απ’ το πηγάδι. Λιγοστοί επισκέπτες εμφανίζονται. Ο ένας είναι κάποιος που αγοράζει λίγο απ’ το οινοπνευματώδες ποτό τους και τους λέει τον καημό του περί κρίσης και καταστροφής του κόσμου, καλή ώρα. Οι άλλοι είναι μια ομάδα τσιγγάνων, που θέλει νερό απ’ το πηγάδι τους, προσπαθεί να πείσει την κόρη να τους ακολουθήσει και της αφήνει ένα βιβλίο φεύγοντας. Το πηγάδι ξεραίνεται, αποφασίζουν να φύγουν, όμως το άλογο δε μπορεί να τους ακολουθήσει, γυρίζουν πίσω, όλοι φαίνονται χαμένοι και προορισμένοι να σβήσουν στο σκοτάδι.
Διάβασα κάμποσες κριτικές για το έργο, καμμιά απ’ αυτές δε με φώτισε στο παραμικρό. Όλες μένουν στην εισαγωγή τη σχετική με το Νίτσε, που δεν αποτελεί καν μέρος της εικονογράφησης της ταινίας. Πολλές μιλάνε για τη δυσκολία του θεατή να παρακολουθήσει μια ταινία πιο αργή κι απ’ αυτές του Αγγελόπουλου, που όμως σε απορροφάει στην ατμόσφαιρά της τόσο που δε θέλεις να την αφήσεις. Τελικά όμως κανείς δεν θέλησε να μας εξηγήσει τι ακριβώς προσπαθεί να μας πει η ταινία. Ξέρω, ξέρω, μια ταινία είναι τόσο πιο καλή όσο πιο πολλά ερωτήματα δημιουργεί, κάτι τέτοιο είχε γράψει παλιότερα ένας κριτικός, αλλά για μένα που είμαι ακόμη μηχανικός αυτά είναι προφάσεις εν αμαρτίαις και «απορία ψάλτου βηξ».
Δεν έχω καταλήξει στο τι υπήρχε στο μυαλό του δημιουργού της ταινίας. Θα πω όμως μερικές απ’ τις δικές μου αναγνώσεις.
Ανάγνωση 1: Ο Νίτσε πήγε από δω, η πραγματικότητα πήγε από κει. Ο Νίτσε έγραψε για τον υπεράνθρωπο, η πραγματική ζωή της εποχής του για τον πολύ κόσμο ήταν πεζότητα, φτώχεια, κακομοιριά. Ήταν περίεργο που έκλαψε για το άλογο, δε θα ήταν καλύτερα να περιμένει απ' τον αμαξά να του επιβληθεί, να δείξει δύναμη;
Ανάγνωση 2: Για να πω την αμαρτία μου, πιο πολύ στην ταινία με μαγνήτισε, πέρα απ’ την εξαίρετη φωτογραφία, το ανθρωπολογικό μέρος. Σκέφτηκα πώς ζούσαν οι προπαππούδες κι οι προγιαγιάδες, σε τι αντίξοες συνθήκες, που τις άλλαξε η κατά τ’ άλλα τρισκατάρατη βιομηχανική ανάπτυξη. Πώς το παράθυρο, απ’ όπου αγνάντευε ίσως κι όλη μέρα όποιος δεν είχε δουλειές, σήμερα έχει αντικατασταθεί απ’ την υποκουλτούρα της τηλεόρασης, που όπως και να ‘ναι προσφέρει πιο πολλά ερεθίσματα απ’ το σχεδόν τίποτε, ένα μόνιμο τοπίο, ακόμη κι αν αυτό είναι ρομαντικό κι αλλάζει με τις ώρες και τις εποχές. Πως μια κόρη ενός φτωχού πατέρα ίσως δεν είχε στον ήλιο μοίρα. Πως κάποια μέρα όλοι κατέληγαν να βρεθούν παγωμένοι μέσα σ’ ένα καλύβι, ίσως σαπισμένοι μέχρι να τους ανακαλύψουν. Τελικά πως άλλαξε η ζωή μας ριζικά σε εκατό πάνω κάτω χρόνια.
Ανάγνωση 3: Τι είναι η ζωή, ακόμη και στην πιο πολύπλοκη έκφανσή της, ακόμη κι αν πρόκειται για τον μακαρίτη Steve Jobs (που η ζωή του έδωσε πλούτη, εξουσία, διανοητικές προκλήσεις); Μήπως είναι μια σειρά από πράξεις που εν τέλει ικανοποιούν τις βασικές ανάγκες; Μια επανάληψη, μια ματαιότητα, ένας καταναγκασμός; Το αδιαπέραστο σκοτάδι στο οποίο είμαστε όλοι καταδικασμένοι κατά το Νίτσε (και πολλούς άλλους με τον ένα ή τον άλλο τρόπο);
Ανάγνωση 4: Είναι η ταινία μια πρακτική άσκηση, ένα αντιπαράδειγμα, πάνω στη φιλοσοφία του Νίτσε; Αν ναι, λυπάμαι που δεν την κατάλαβα ως τέτοια, γιατί τότε καθενός η ζωή θα ήταν μια πρακτική άσκηση πάνω σ’ ένα πλήθος φιλοσοφικών ρευμάτων, ίσως και ανακατεμένων όλων μαζί, κι αρκει να στήσουμε όλοι από μια κάμερα εν είδει reality ο καθένας στο σπίτι του για να εμπεδώσουμε τη φιλοσοφία.
Ανάγνωση 5 (και πιο πιθανή): Ο σκηνοθέτης μήπως βαρέθηκε τα ίδια και τα ίδια στις ταινίες, τις ίδιες υποθέσεις, τις ίδιες τεχνικές, τις ίδιες συμβάσεις, κι αποφάσισε να επιστρέψει σε μια βασική τεχνική διήγησης; Να μας δείξει τις διαφορές μέσω της αντίθεσης με τη δική του ταινία;
Μια απάντηση στις παραπάνω ερωτήσεις ίσως τη δίνει η διαχείριση του χρόνου της ταινίας. Η συνηθισμένη διαχείριση είναι εστιασμένη στις κρίσιμες στιγμές, όπως κάνει ένα διήγημα, ένα λεπτό από δω, μερικά δευτερόλεπτα από κει, κι όλα μαζί δυο ώρες πάνω κάτω, όσο κρατάει μια ταινία. Στις εξαιρέσεις του κανόνα έχουμε δει και ταινίες που ο χρόνος είναι "πραγματικός", δυο συνεχόμενες ώρες απ' τη ζωή των ηρώων της ταινίας. Η συγκεκριμένη ταινία συμπυκνώνει πάνω κάτω μια βδομάδα στο δίωρο. Ωστόσο δε διστάζει να δίνει πραγματικό χρόνο μεγάλης διάρκειας στα κομμάτια της ιστορίας που αφηγείται. Το άλογο που σέρνει το κάρο στο δρόμο κρατάει ώρα πολλή, ίσως όχι όση ακριβώς θα ήταν η πραγματική, αλλά ικανή ώστε στο θεατή να δημιουργείται αυτή η αίσθηση της εξίσωσης του πραγματικού με το χρόνο της ταινίας. Η κόρη βγαίνει να πάρει νερό απ' το πηγάδι, όλη η πράξη γίνεται σε πραγματικό χρόνο. Δε δίνεται όμως τέτοια έμφαση σε όλες τις πράξεις, πρώτα απ' όλα γιατί οι υπόλοιπες θα μπορούσαν να θεωρηθούν απραξία, ο γέρος που κοιτάζει ώρες μέσα απ' το παράθυρο, οι δύο που κοιμούνται, η κόρη που κάθεται σε μια καρέκλα. Αυτά παραλείπονται. Τελικά όσα δείχνονται, όλα συμβάλλουν στη ζωή, το να πάρεις νερό απ' το πηγάδι, να βράσεις τις πατάτες, να φας, να ταΐσεις το άλογο, να ρίξεις ξύλα στη φωτιά, να ανάψεις τις λάμπες, να βγάλεις το κάρο και το άλογο για να πας στη δουλειά, να πουλήσεις πιοτό, να ντυθείς για να μη παγώσεις. Αυτά είν' η ζωή στην πιο ουσιώδη κι απλή της μορφή. Κι όλα κρέμονται από ένα βασικό μέσο παραγωγής, το άλογο. Όταν αυτό λείψει όλα τα υπόλοιπα γίνονται ανυπόφορα, άχρηστα, καταρρέουν σιγά σιγά σε βαθμό που ίσως δε δίνουν εναλλακτική λύση κι επέρχεται το τέλος.

Monday, November 21, 2011

Οι άδηλοι κίνδυνοι ενός παιχνιδιού

Το σκάκι θεωρείται δύσκολο απ' όλους, γνώστες και μη. Όσοι δεν έχουν παίξει ποτέ εκστασιάζονται απ' την πολυπλοκότητα του τρόπου με τον οποίο κινούνται τα "κομμάτια" του. Όσοι είναι νέοι παίχτες έχουν χάσει κάμποσες, αν όχι όλες, τις παρτίδες κι έχουν μια καλή ευκαιρία να εκτιμήσουν τον γνώστη αντίπαλο. Οι πεπειραμένοι παίχτες έχουν επίγνωση αν όχι της πλήρους πολυπλοκότητας, τουλάχιστον ενός σημαντικού μέρους της.

Το τάβλι όμως είναι μια άλλη ιστορία, θεωρείται απ' την πλειοψηφία εύκολο. Όσοι δεν έπαιξαν ποτέ μπορούν να παρηγοριούνται ότι είναι παιχνίδι καφενείου ή γηροκομείου, άρα, λένε χωρίς να συνεκτιμούν τη σοφία των γηρατειών, δε θέλει πολλά προσόντα. Όσοι έπαιξαν λίγο, το θεωρούν ίσως ακόμη πιο εύκολο, παιχνίδι τύχης. Αν έχασαν, ήταν γιατί ο αντίπαλος ήταν τυχερός, μάλιστα υπάρχει γι' αυτό μια κωδική λέξη της αργκό. Προφανώς δεν είναι γνώστες του νόμου των μεγάλων αριθμών, αλλά κι αν ήταν, δεν έχουν ακόμη φτάσει σ' αυτούς σε αριθμό παρτίδων, εκτός αν είναι αθεράπευτοι ατζαμήδες. Στην ίδια κατηγορία κατατάσσονται και πολλοί που έχουν παίξει αρκετό τάβλι, αλλά ποτέ "επαγγελματικά", με βιβλιάριο ενσήμων καφενείου πολυσέλιδο και γεμάτο. Φυσικά υπάρχουν στο τέλος της κατάταξης οι βαθείς γνώστες, αυτοί που μπορούν να απολαμβάνουν καφέ κερασμένο πάντα απ' τους χαμένους. Δεν είναι αναγκαστικά ηλικιωμένοι. Ένας θείος μου, που δυστυχώς πέθανε στα σαράντα, ήταν διορισμένος νεαρός φιλόλογος σε μια άγρια περιοχή που δε θα ονοματίσω επειδή οι κάτοικοί της είναι πολύ εύθικτοι. Έλεγε πως έβγαζε το απόγευμα τα "ψιλά" του στο καφενείο.

Η τύχη είναι δύσκολη ιστορία. Δύσκολα γίνεται κατανοητή απ' το μέσο άνθρωπο. Ακόμη και οι φοιτητές του Πολυτεχνείου στην πλειοψηφία τους μισούν το μάθημα των πιθανοτήτων. Η τύχη όμως βοηθάει αυτούς που προετοιμάζονται, αυτούς που κάνουν κινήσεις στη σωστή κατεύθυνση. Μπορεί να πάνε στράφι για ένα διάστημα, αλλά ο νόμος των μεγάλων αριθμών είναι μαζί τους. Αντίθετα, η "τύχη του ατζαμή" αργά ή γρήγορα θα στερέψει.

Επειδή δεν είμαι ούτε μεγάλος μαιτρ στο σκάκι, ούτε πρωταθλητής στο τάβλι, δε θα ήθελα να διακινδυνέψω μια θέση του είδους ότι το τάβλι είναι τελικά πιο περίπλοκο απ' το σκάκι. Πολύ περισσότερο που δεν το πιστεύω. Ωστόσο το τάβλι έχει μια παραγνωρισμένη πολυπλοκότητα, που δεν είναι πολύ μακριά από κείνη του σκακιού, ακόμη κι αν υπολείπεται σε συνδυασμούς και καταστάσεις. Η πολυπλοκότητά του σκακιού όμως είναι σχεδόν μονοδιάστατη. Παρ' όλο που για μια δεδομένη θέση των κομματιών στη σκακιέρα ο αριθμός των συνδυασμών στις επόμενες κινήσεις αυξάνεται εκθετικά, ο καλός σκακιστής βλέπει μια βέλτιστη γραμμή κινήσεων, απ' την οποία οι αποκλίσεις είναι μικρές. Ο παίχτης οργανώνει τις θέσεις των κομματιών του γύρω απ' αυτή τη γραμμή, που είναι τόσο πιο μακριά, όσο πιο καλός είναι ο παίχτης. Στο τάβλι όμως μπαίνει ο αστάθμητος παράγοντας του ζαριού. Το ζάρι δεν κινείται αυθαίρετα, υπακούει στους νόμους των πιθανοτήτων. Παρ' όλα αυτά ο παίχτης υποχρεώνεται να οργανώσει γραμμές άμυνας και επίθεσης για τις διαφορετικές ιδιοτροπίες του ζαριού. Αυτές οι διαφορετικές γραμμές συχνά δεν μπορούν να συνυπάρξουν. Ο παίχτης καλείται να διαλέξει. Θα κερδίσει τις πιο πολλές παρτίδες με το νόμο των μεγάλων αριθμών εκείνος που θα προετοιμαστεί καλύτερα για τα πιθανότερα ενδεχόμενα.

Γι' αυτό, επαναλαμβάνω, η τύχη του ατζαμή έχει ημερομηνία λήξης αργά ή γρήγορα και τελειώνει τόσο πιο γρήγορα, όσο καλύτερος είναι ο παίχτης απέναντί του. Πολύ φοβάμαι ότι οι πολιτικοί μας ηγέτες, εκτός απ' όλα τα άλλα που τους καταμαρτυρούνται, είναι κι ατζαμήδες. Κάποιοι το έδειξαν ήδη, κάποιοι άλλοι πλησιάζουν ακάθεκτα στην κρίσιμη στιγμή.

Thursday, October 20, 2011

Η μη κοινωνία

Τα έχω ξαναπεί, και μάλιστα έχω υποστεί κριτική για υπερβολική γκρίνια. Ωστόσο η ελληνική είναι μια κατεστραμμένη κοινωνία. Κοινωνία είναι μια ομάδα ανθρώπων, που έχει στοιχειώδη συνοχή, που χρησιμοποιεί τις οικονομίες κλίμακας για να επιζήσει, που με απλά λόγια τα μέλη της αλληλοβοηθούνται. Ακούω συχνά μια παλιά ιστορία, ότι οι Έλληνες δεν είναι σαν αυτούς τους βόρειους, που είναι αδιάφοροι, που είναι κλεισμένοι στα σπίτια τους, ενώ εδώ υπάρχει η κοινότητα και η οικογένεια. Πολύ φοβάμαι ότι αυτό το επιχείρημα είχε, αν είχε, ισχύ, το λιγότερο μισόν αιώνα πριν. Και δε θα αναφερθώ στην κατάχρηση της απεργίας, όπου σήμερα οι μισοί πολίτες βασανίζουν εκ περιτροπής τους άλλους μισούς, επειδή τώρα, έστω, είναι μια ειδική περίοδος κρίσης. Αν και δε θυμάμαι να ήταν σημαντικά λιγότερες οι απεργίες και διαδηλώσεις τις μέρες των υποτιθέμενων παχιών αγελάδων και της ευφορίας. Το πιο εύκολο, και σχετικά ανώδυνο, είναι να χρησιμοποιήσω επιχειρήματα απ' την καθημερινή ζωή. Στα πεζοδρόμια είναι παντού ανεβασμένα αυτοκίνητα, ουδείς ενδιαφέρεται για το πώς θα περπατήσει ο πεζός. Οι διπλανές πολυκατοικίες κόβουν το γρασίδι κάθε λίγες μέρες, σαν να πρέπει να είναι πάντοτε κουρεμένο στην εντέλεια, κι όλο το πρωί κάθε τέτοιας μέρας ακούγεται απ' τα χαράματα ως το μεσημέρι ο ήχος της μηχανής. Οι μαθητές του κοντινού σχολείου τις τελευταίες μέρες κάνουν σχεδόν κάθε πρωί πρόβες στα τύμπανα για την 28η Οκτωβρίου, ενώ οι αξιοσέβαστοι καθηγητές τους φαίνονται να ενδιαφέρονται ελάχιστα για την ενόχληση που προκαλούν. Οι ταξιδιώτες στα καράβια απλώνουν όσο μπορούν τις τσάντες τους πάνω στα άδεια καθίσματα για να εμποδίσουν κατά το δυνατό τους συνταξιδιώτες τους. Οι φοιτητές μας στο κυλικείο της σχολής ουδέποτε μαζεύουν τα σκουπίδια τους απ' τα τραπέζια. Οι "νοικοκυραίοι" στις μέρες της απεργίας των απορριματοφόρων δε διστάζουν να προσθέτουν σκουπίδια στους ήδη υπερμεγέθεις σωρούς. Οι οδηγοί στις μέρες της βροχής περνούν με ταχύτητα και λούζουν τους πεζούς. Ο πίσω οδηγός είναι κολλημένος στο μέτρο πάνω στην εθνική αν τυχόν θεωρεί ότι εμποδίζεται να προσπεράσει, αδιαφορώντας για την ούτω πως πιθανή πρόκληση εγκλήματος εκ προθέσεως. Και, φυσικά, οι πολιτικοί μας, χωρίς συναίσθηση της έκτακτης κατάστασης που οι ίδιοι προκάλεσαν, εξακολουθούν τα ίδια κούφια λόγια και την ίδια εξοργιστική μικροπολιτική. Ναι, σε όλα τα παραπάνω υπάρχουν εξαιρέσεις, αλλά σημασία έχει η συμπεριφορά των κρίσιμων μαζών. Τα ίδια χοντρικά γίνονται απ' όλους, μορφωμένους και αμόρφωτους, πλούσιους και φτωχούς, επιπόλαιους και υποχόνδριους, γιατί η πόρωση της κοινωνίας είναι τέτοια που οι λεπτές διακρίσεις πια περισσεύουν.

Οιαδήποτε προτροπή στο διπλανό να αλλάξει συμπεριφορά έχει φτάσει να θεωρείται εξωπραγματική, αγενής, παρακινδυνευμένη, μη αποτελεσματική. Αν βγω και βάλω τις φωνές στους τυμπανιστές, που μ' έχουν ζαλίσει απ' το πρωί, θα με βρίσουν μετά τη δεύτερη-τρίτη λέξη. Αν κάνω παρατήρηση στον οδηγό που σταμάτησε πάνω στη διάβαση πεζών όταν άναψε το κόκκινο και μ' εμποδίζει να περάσω το δρόμο, θα βγει να μου ζητήσει το λόγο δήθεν προσβεβλημένος. Το ίδιο θα συμβεί αν ζητήσω το λόγο απ' αυτόν που ανεβάζει το κάρο του στο πεζοδρόμιο ακριβώς μπροστά στα μάτια μου την ώρα που περνάω. Αν κάνω παρατήρηση σ' αυτόν που εκτοξεύει τα σκουπίδια του στην κορυφή τους όρους των σκουπιδιών θα μου πει "δήμαρχος είσαι ρε φίλε;"

Εντάξει, οι επιστημονικές μελέτες για την οδηγική συμπεριφορά δείχνουν ότι οι οδηγοί αποθρασύνονται από την έλλειψη αστυνόμευσης, που εδώ ακόμη κι όταν εμφανίζεται έχει το χαρακτήρα ρώσικης ρουλέτας (π.χ. τιμωρεί τις ασήμαντες παραβάσεις του κώδικα και κλείνει τα μάτια στις θανατηφόρες). Αυτή η άποψη επεκτεινόμενη γενικότερα στην κοινωνία κάτι έχει να πει για τους μηχανισμούς αυτοάμυνας της κοινωνίας. Αλλά στην καλύτερη περίπτωση εδώ έχουμε να κάνουμε με πρόβλημα κότας και αυγού. Μια κοινωνία με παράδοση στη συνοχή και στην οργάνωση διαθέτει μηχανισμούς αυτοάμυνας, που θα τη βοηθήσουν περαιτέρω να διατηρήσει τη συνοχή της. Φοβάμαι ότι εμείς έχουμε βρεθεί πλέον μακριά απ' το σημείο που όλα αυτά παράγουν ανάδραση προς την ορθή κατεύθυνση και έχουμε περάσει στη φάση της διάλυση της κοινωνίας και των μηχανισμών της. Ο Δαρβίνος έχει προειδοποιήσει σχετικά, αλλά φαινόμαστε να αδιαφορούμε. Μένει η φάση της υλοποίησης των επιταγών της φυσικής επιλογής, αλλά κι αυτή φαίνεται κοντά.

Το μόνο παρήγορο μήνυμα που έχω πάρει τελευταία έχει έρθει από τις Συμμορίες της Νέας Υόρκης του Σκορτσέζε. Να πιστέψω ότι σ' εκατό χρόνια θα γίνει και η Αθήνα, όπως η Νέα Υόρκη, από φρενοκομείο πόλη υποδειγματική;



Friday, September 30, 2011

Συνηθισμένα σφάλματα

Τώρα με την κρίση (ή μήπως και πριν απ’ αυτήν) φαίνεται ότι όλο και περισσότεροι φιλόλογοι κρίνονται περιττοί στη διαφήμιση, στα δελτία ειδήσεων, στα τμήματα δημοσίων σχέσεων εταιριών και οργανισμών. Το αποτέλεσμα είναι μια γενική διασπορά λανθασμένων «υποδειγμάτων». Για μέρες όταν έμπαινα στο μετρό έβλεπα μια διαφήμιση όπου εμφανιζόταν ένα «εξ» ακολουθούμενο από απόστροφο κι αναρωτιόμουνα πόσοι θα παρασύρονταν στο να την μιμηθούν. Μια άλλη φορά το είδα στην διαφήμιση ενός (πανεπιστημιακού παρακαλώ) φροντιστηρίου. Οι στραβοί καθηγητές του προφανώς φιλοδοξούσαν να στραβώσουν και τους (πιο στραβούς απ’ τους) φοιτητές των ΑΕΙ.

Προφανώς πολλοί θεωρούν πως η ορθογραφία είναι πολυτέλεια στους καιρούς μας. Ή ίσως πως τα λάθη τα διορθώνουν οι spell checkers. Ίσως να είναι κι έτσι. Μια από τις πιο δημοφιλείς podcasts ήταν την περασμένη πενταετία τo Grammar Girl, μια τσαχπίνα φιλόλογος που ανέλυε κοινά λάθη στη χρήση της αγγλικής. Μια εκπομπή της ήταν αφιερωμένη στο πόσο κόστισε η απρόσεχτη τοποθέτηση ενός κόμματος στο συμβόλαιο μεταξύ δύο εταιριών.

Μ’ όλα αυτά δε θέλω να πω ότι η γλώσσα δεν εξελίσσεται, ακόμη και υιοθετώντας λάθη. Ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο για την εξέλιξη της γλώσσας είναι The Unfolding of Language του Guy Deutscher (Arrow Books, 2005). Ούτε επίσης θέλω να πω ότι ένα κείμενο πρέπει σώνει και καλά να είναι αμέμπτου γραμματικής και ορθογραφίας, όπως θα λέγαμε αμέμπτου ηθικής. Ένας συνάδελφος συνήθιζε να λέει για την τελειομανία στη συγγραφή κειμένων πως λίγα λάθη δείχνουν ότι «έχουμε κι άλλες δουλειές να κάνουμε», ότι δεν είμαστε αργόσχολοι.

Προφανώς δεν διεκδικώ δάφνες γκουρού της ορθογραφίας, εξ άλλου δεν είναι η ειδικότητά μου. Ας πούμε απλώς ότι η υποχονδρία με ώθησε στο να σημειώσω παρακάτω ορισμένα κοινά λάθη, που σιχαίνομαι να τα βλέπω συνεχώς μπροστά μου:

- Το ρημάδι το εξ που του βάζουν απόστροφο: Εφόσον δεν προέρχεται εκ συγκοπής δεν δικαιούται ακολουθίας από απόστροφο, τα είπαμε και παραπάνω. Ίσως κάποιοι να θεωρούν ότι το «εξ» προέρχεται από κάτι σαν το «έξω», τέτοια περίπτωση θα ήταν ο «έξ’-από-δω» αν τον γράφαμε σε τρεις λέξεις αντί μιας. Τελευταία είδα και κάτι πιο ασυνήθιστο, μια απόστροφο στο «εκ». Κάθε πέρσι και καλύτερα.

- Η προστακτική του αορίστου που της βάζουν αύξηση: Είναι ένα λάθος ιδιαίτερα κοινό στις διαφημίσεις, όταν προστάζουν τον δύσμοιρο καταναλωτή να κάνει αυτό κι εκείνο. Πριν δυο τρία χρόνια είχε πέσει πραγματική επιδημία, τώρα ευτυχώς στην πλειοψηφία τους είναι σωστές. Γράφουν π.χ. «διέγραψε» αντί του ορθού «διάγραψε». Όσοι ρέπουν σ’ αυτό το λάθος θα μπορούσαν να σκέφτονται πόσο εξωπραγματική θα φαινόταν μια προστακτική του τύπου «έγραψε γρήγορα τις ασκήσεις σου» αντί του σωστού «γράψε γρήγορα τις ασκήσεις σου».

- Η παρατονισμένη γενική πληθυντικού στα ουδέτερα: Τελευταία ακούω όλο και πιο συχνά «των Σπατών» αντί του ορθού που είναι «των Σπάτων». Αν στην ονομαστική ήταν τονισμένη η λήγουσα, όπως αν είχαμε «τα Σπατά» (για να μην πω ένα άλλο πιο δύσοσμο παράδειγμα), τότε βεβαίως στη γενική θα είχαμε «των Σπατών», όπως π.χ. «τα φυτά, των φυτών».
Η παρατονισμένη γενική πληθυντικού: Ορισμένοι, ευτυχώς λίγοι, επιμένουν να γράφουν «των γεφύρων» αντί του ορθού «των γεφυρών», ενώ άλλοι «των ατθιδών» αντί «των ατθίδων». Τα προερχόμενα από την πρώτη κλίση της αρχαίας τονίζονται στη λήγουσα, ενώ τα τριτόκλιτα στην παραλήγουσα. Το πρόβλημα δημιουργείται απ' το γεγονός ότι στη δημοτική δύσκολα διακρίνεται η πρώτη απ' την τρίτη κλίση κι αυτό είναι ένα απ' τα δύσκολα σημεία διδασκαλίας της δημοτικής ως αυτόνομης γλώσσας.

- Η αλλαγή φύλου στη γενική πληθυντικού μετοχών, αλλά και επιθέτων: Πρόσφατα άκουσα μεγαλο-υπουργό και διαπρεπή νομικό (που άρα οφείλει να παίζει στα δάχτυλα την ελληνική) να λέει «των παχέων αγελάδων» και την επόμενη μέρα άκουσα να λέει το ίδιο ο υφυπουργός του. Αν ο πρώτος το έκανε εκ παραδρομής (επειδή έχει το χάρισμα να παρασύρεται λίγο παραπάνω απ’ τα ίδια του τα λόγια), ο δεύτερος πιθανολογώ πως το ‘κανε ακούγοντας τον πρώτο. Οι «παχείες αγελάδες» έχουν γενική «των παχειών αγελάδων», υπακούοντας στον κανόνα των πρωτοκλίτων. Για όσους δεν επιμένουν στην αρχαία ελληνική θα ήταν πιο εύκολο να μιλούν για «παχιές αγελάδες» και στη γενική «των παχιών αγελάδων». Ένα άλλο λάθος είναι η υποκατάσταση του θηλυκού της μετοχής (στη γενική πληθυντικού πάντοτε) με το αρσενικό, όπως όταν λέγεται «των παρελθόντων δεκαετιών» αντί «των παρελθουσών δεκαετιών». Αν νομίζετε ότι το λάθος αυτό είναι σπάνιο, δεν έχετε παρά να το βάλετε στο google.

- Η υποκατάσταση του ρήματος «λέω, λέγω» από το ρήμα «μιλάω, μιλώ» μαζί με «ότι»: Αντί να πουν «είπε ότι πήγε στην πόλη» χρησιμοποιούν το λανθασμένο «μίλησε ότι πήγε στην πόλη», που δείχνει ίσως παραπάνω μαγκιά, αλλά δυστυχώς για τους ψευτόμαγκες είναι λάθος. Το ρήμα μιλάω υποδηλώνει ότι απ’ το στόμα μου βγαίνουν λόγια, αλλά ότι δεν έχω καμμιά όρεξη να πω ποια είν' αυτά, όπως στην έκφραση «μίλησε χθες στο συνέδριο». Όταν πρόκειται να πούμε όμως ποια είναι αυτά τα συγκεκριμένα λόγια χρησιμοποιείται το ρήμα «λέγω», όπως «χθες είπε στο συνέδριο ότι ο καφές μειώνει την κατάθλιψη».

- Η σύγχυση ανάμεσα στις εκφράσεις «είναι πιθανό να» και «πιθανώς θα»: Αποτέλεσμα της σύγχυσης είναι η δημιουργία της λανθασμένης έκφρασης «πιθανώς να», που είναι ιδιαίτερα κοινή στο λόγο των πολιτικών, μιας και αποφεύγουν να δεσμευτούν.

- Η αντικατάσταση της έκφρασης «όσον αφορά» με διάφορες ανύπαρκτες εκφράσεις, όπως «ως αναφορά», «όσον αναφορά» και άλλα προκαλούντα τον γέλωτα που δημιουργούνται από τη φαντασία βαρηκόων και μη γνωριζόντων. Η χρήση είναι κοινή ανάμεσα στους ομιλούντες «περί διαγραμμάτου» όπως έλεγε η γιαγιά μου, δηλαδή σ’ αυτούς που θέλουν να κάνουν τους μορφωμένους χωρίς να έχουν το απαραίτητο υπόβαθρο.

- Ανέκαθεν μαζί με προθέσεις: Η λέξη ανέκαθεν από μόνη της σημαίνει «από πολύ καιρό, πάντοτε» και δε χρειάζεται άλλη πρόθεση. Τα λάθη «από ανέκαθεν» ή «εξ ανέκαθεν» (με λαχτάρα περιμένω να δω κανένα «εξ' ανέκαθεν») τα θυμάμαι από μικρό παιδί, ούτε εμφανίζονται συχνά, ούτε έχουν εκλείψει.

Επιφυλάσσομαι να μακρύνω τον κατάλογο με τα λάθη στο μέλλον. Όμως είναι βέβαιο ότι υπάρχουν κάμποσα βιβλία γραμματικής και λεξικά στα βιβλιοπωλεία, καθώς και ορισμένα βιβλία εξειδικευμένα στη διόρθωση κοινών σφαλμάτων, για όσους (δυστυχώς) βαριούνται τα πρώτα.

Saturday, July 30, 2011

Διανόηση και εξουσία

Ο κόσμος της διανόησης και ο κόσμος της εξουσίας βρίσκονται διαχρονικά σε μια διάσταση που κυμαίνεται από την απλή διαφωνία ως την πλήρη αντιπαράθεση. Παρά το όραμα του Πλάτωνα για μια κοινωνία που θα κυβερνάται από τους αρίστους, πρόκειται για δυο χωριστές κοινωνικές ομάδες, η μια έχει να κάνει με την εξουσία, η άλλη με τη γνώση. Η γνώση είναι σημαντική για την οποιαδήποτε κοινωνία, η άποψη όμως της εξουσίας για τους φορείς της γνώσης είναι πάνω κάτω η εξής: “Αφού δε μπορούμε να τους αποκεφαλίσουμε, τουλάχιστον ας τους κρατήσουμε όσο γίνεται δεμένους.” Στην ίδια την άσκηση εξουσίας και στην γνώση που απαιτείται γι' αυτήν οι κυβερνώντες θεωρούν τους διανοούμενους αναλώσιμα πιόνια. Αλλά η εξουσία δεν απαιτεί υψηλή τεχνολογία, μερικές καλές παραδοσιακές συνταγές είναι υπεραρκετές συνήθως. Ως σύμβουλοι συνήθως προσλαμβάνονται οι πιο μέτριοι απ' τους πανεπιστημιακούς, αυτοί εξ άλλου εκφράζουν τις λιγότερες αντιρρήσεις προς την προϊστάμενη εξουσία στις νόμιμες και παράνομες επιδιώξεις της. Επί πλέον η εξουσία “αισθάνεται” καλύτερα με τις μετριότητες. Χρησιμοποιεί τα πανεπιστήμια σαν “μαγαζιά” τακτοποίησης των ημετέρων, που θα ανταποδώσουν την ευεργεσία όταν κληθούν. Τέλος, τα πανεπιστήμια είναι το μέσο που θα δώσει στους κορυφαίους απ' τους πολιτικούς (πάντοτε των ίδιων οικογενειών) την κάποια ακαδημαϊκή πατίνα που χρειάζονται για να επιβληθούν στο χώρο τους, αδιάφορο αν όλοι γνωρίζουν ότι κάποιες πανεπιστημιακές πόρτες ανοίγουν ευκολότερα στους “ευγενούς” πολιτικής καταγωγής.

Είναι ξεκάθαρο εξ άλλου πως καθόλου δεν πρόκειται για ισορροπημένη αναμέτρηση, η εξουσία κατέχει τα μέσα της άσκησης βίας, της φυσικής περιλαμβανομένης, αν και σπανίως χρειάζεται να φτάσει σ' αυτήν. Λίγους μόλις αιώνες πριν από σήμερα οι “ευγενούς” καταγωγής (και οι κληρικοί) κατατάσσονταν “από χέρι” πρώτοι μεταξύ των επιτυχόντων κατά την είσοδο και έξοδό τους απ' τα πανεπιστήμια χωρίς εξετάσεις, οι τελευταίες ήταν μόνο για το σωρό. Ο βαθμός εμπλοκής της εξουσίας σε όλα τα πανεπιστημιακά θέματα ήταν πάντοτε σημαντικός, εκτεινόταν από την αφ' υψηλού ρύθμιση και και τη χρηματοδότηση ως τον άμεσο διορισμό καθηγητών. Τα ίδια τα κεφάλια των καθηγητών, κυριολεκτικά, ήταν στα χέρια της εξουσίας. Στο Βυζάντιο οι (εικονολάτρες) καθηγητές πυρπολήθηκαν συλλήβδην από τον (εικονομάχο) αυτοκράτορα μέσα στο ίδρυμα που υπηρετούσαν. Με τη μεταστροφή της αντίληψης για τον κρατικό υπάλληλο από ευγενή οικογενειακό φίλο του βασιλιά σε προσοντούχο λειτουργό (αρχής γενομένης από την Πρωσία του Μεγάλου Φρειδερίκου) τα κράτη του ανεπτυγμένου κόσμου είδαν τα πανεπιστήμια ως σεμινάρια παραγωγής υπαλλήλων. Σήμερα, με την υποχώρηση του κράτους και την άνοδο της αγοράς, τα βλέπουν ως ανώτερες επαγγελματικές σχολές παραγωγής προσωπικού των επιχειρήσεων. Οι ίδιοι οι πανεπιστημιακοί γνωρίζοντας ότι αποτελούν τους φορείς της πιο προχωρημένης σκέψης, αλλά και επειδή οπωσδήποτε έχουν ίδια συμφέροντα, διαχρονικά αρνούνται να υποταχτούν στη μοίρα τους με όποιο τρόπο βρουν πιο πρόσφορο, σπρώχνοντας διατάγματα και συνταγματικές προβλέψεις ανεξαρτησίας, προωθώντας διακηρύξεις για τη φύση του πανεπιστήμιου, χρησιμοποιώντας τις διασυνδέσεις τους με την εξουσία. Όμως οι ίδιοι δεν αποτελούν εξουσία (όσο κι αν μερικοί, ελάχιστοι, καταφέρνουν να μεταπηδήσουν σ' αυτήν), “είν' οι προσπάθειές τους σαν των Τρώων ...” Κι όταν η παιδεία υποφέρει, οι τελευταίοι τροχοί, στους οποίους μπορεί να αποδοθεί το φταίξιμο, είναι οι πανεπιστημιακοί. Όταν η εξουσία τους ρίχνει το φταίξιμο, είναι σαν να λέει για μια ακόμη φορά “μαζί τα φάγαμε”.

Βιβλιογραφία: William Clark, “Academic charisma and the origins of the research university”, The University of Chicago Press, 2006.