Monday, March 20, 2017

Ιστορίες για φανταστικές βιβλιοθήκες

Η επόμενη φανταστική ιστορία εξελίσσεται σ' ένα φανταστικό πανεπιστήμιο μιας φανταστικής χώρας που βρίσκεται σε κρίση.

Ένας καθηγητής που σπανίως επισκέπτεται την κεντρική βιβλιοθήκη του εν λόγω πανεπιστημίου (κακώς μεν, αλλά για λόγους στατιστικά διαχρονικούς και ίδιους με αυτούς που θα φανούν πιο κάτω) βλέπει μια μέρα ότι η βιβλιοθήκη απέκτησε νέα ιστοσελίδα, όπου μεταξύ άλλων υπάρχει ένας σύνδεσμος για παραγγελίες νέων βιβλίων. Έχοντας δει ότι τα βιβλία της βιβλιοθήκης τα σχετικά με ένα μάθημα που διδάσκει είναι παμπάλαια, αποφασίζει να αξιοποιήσει την ευκαιρία, ώστε να δώσει τη δυνατότητα στη βιβλιοθήκη να ανανεώσει το υλικό της. Είναι εξ άλλου καθήκον του και μέρος της δουλειάς του να το κάνει. Κάνει λοιπόν τη σχετική εισαγωγή στοιχείων για μερικά νέα βιβλία και επιπρόσθετα στέλνει ένα email στο help desk της βιβλιοθήκης ζητώντας κάποια επαλήθευση ότι ο κατάλογος βιβλίων έχει παραληφθεί αισίως. Ταυτόχρονα θέλει να μάθει κατά πόσο υπάρχει προοπτική παραγγελίας, αν δηλαδή υπάρχουν κονδύλια ή όχι.

Δέκα μέρες αργότερα μην έχοντας πάρει καμμιά απάντηση αρχίζει να κάνει τηλεφωνήματα στη βιβλιοθήκη. Από τον διάλογο προκύπτει ότι ο συνομιλητής του από τη βιβλιοθήκη δεν γνωρίζει αν κάποιος παρακολουθεί τα μηνύματα προς το help desk, ούτε μπορεί να βρει κατά πόσο η παραγγελία έχει κάπου καταγραφεί ή όλωσδιόλου χαθεί. Σε κάθε περίπτωση "δεν υπάρχουν κονδύλια για νέα βιβλία". Ακολουθεί μια σειρά τηλεφωνημάτων ανάμεσα στις δύο πλευρές, ώστε να διευκολυνθούν οι αρμόδιοι στη βιβλιοθήκη να καταλάβουν πώς και από ποια ιστοσελίδα έγιναν αυτές οι "παραγγελίες", ώστε να μπουν σε μια ουρά βιβλίων προς παραγγελία σ΄ ένα καλύτερο μέλλον.

Στη συνέχεια ο ίδιος καθηγητής παρατηρεί μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος αναζήτησης της βιβλιοθήκης ότι υπάρχει ένα βιβλίο σχετικό με το μάθημά του που θα ήθελε να το δανειστεί. Στην ιστοσελίδα της βιβλιοθήκης με την απάντηση στην αναζήτησή του φαίνονται διάφοροι μυστηριώδεις κωδικοί. Η μόνη κατανοητή σε μη ειδικούς πληροφορία είναι ένα πεδίο με την ένδειξη "στο ράφι". Σε ποιο ράφι όμως; Κάνει πάλι νέα τηλεφωνήματα και παίρνει την απάντηση ότι ναι, υπάρχει, σε κάποιον όροφο της βιβλιοθήκης. Δέκα λεπτά αργότερα εμφανίζεται στο γραφείο υποδοχής "πελατών" με τυπωμένο το χαρτί από την αναζήτηση, ώστε να είναι βέβαιος ότι έχει μαζί του όλους τους προηγούμενους κωδικούς και δεν θα τον στείλουν πίσω για ελλειπείς πληροφορίες.

Εκεί τώρα ο πρώτος υπάλληλος που το βλέπει αδυνατεί να κατανοήσει τη σημασία των κωδικών, ενώ σε λίγο μαζεύονται κι άλλοι δυο τρεις υπάλληλοι, κι όλοι μαζί συσκέπτονται με θέμα τη σημασία των κωδικών και το πού μέσα στον πραγματικό κόσμο μπορεί να βρίσκεται το βιβλίο. Όλοι είναι πολύ πρόθυμοι κι εξυπηρετικοί, αλλά το πρόβλημα "είναι δύσκολο". Κανονικά βέβαια ο κωδικός έπρεπε να είναι απλά και μόνο ο αριθμός ενός ραφιού, αλλά αυτά συμβαίνουν αλλού, όχι στην εν λόγω φανταστική χώρα που διακρίνεται για την οργάνωσή της και τα κονδύλια που δαπανάει κάθε τόσο για την τελειοποιήσει.

Ένας εκ των υπαλλήλων λέει πως το πρόβλημα οφείλεται στο γεγονός ότι "αυτά είναι παλιά βιβλία" (του 2001). Άλλος ρίχνει την ευθύνη στα διαφορετικά συστήματα ταξινόμησης που υιοθετούνται κατά καιρούς, με αποτέλεσμα να παράγονται άχρηστοι κι ακατανόητοι κωδικοί. Κάποιος άλλος ρίχνει την πιο ρεαλιστική ιδέα να δουν τις παραγγελίες εκείνης της χρονιάς, να εξετάσουν δηλαδή ένα ένα τα τιμολόγια, μήπως και φανεί μέσω αυτών ποιος το παράγγειλε και πού μπορεί να βρίσκεται το βιβλίο, που κατά τ' άλλα είναι "στο ράφι". Ο καθηγητής επιστρέφει σκεπτικός στο γραφείο του, χωρίς το βιβλίο εννοείται.

Μισή ώρα αργότερα τον παίρνουν τηλέφωνο από τη βιβλιοθήκη και του λένε ότι η έρευνα περατώθηκε επιτυχώς. Το βιβλίο το είχε παραγγείλει ένας άλλος καθηγητής, οπότε πιθανώς είναι σε κάποιο ράφι του τελευταίου (πιθανότατα πολύ σκονισμένο).

Αυτές είναι οι συνθήκες έρευνας και διδασκαλίας στη φανταστική αυτή χώρα. Γι' αυτό τόσο η έρευνα, όσο και η διδασκαλία που μπορεί να γίνει εκεί είναι αμφότερες φανταστικές. Ευτυχώς που δεν συμβαίνουν τα ίδια και στη δική μας χώρα.

Saturday, January 28, 2017

Λόενγκριν

Αυτές τις μέρες παίζεται στο Μέγαρο Μουσικής από την Εθνική Λυρική Σκηνή ο Λόενγκριν του Βάγκνερ, ένα έργο που αρέσει σε εθνικιστές (γερμανούς και μη), άρεσε στον Χίτλερ, και γενικά έχει αφήσει αμφιλεγόμενες εντυπώσεις. Παρ' όλα αυτά ίσως αξίζει να ειπωθούν ορισμένες παρατηρήσεις.
Η περίληψη του έργου, για όσους δεν είχαν ακόμη την τύχη να το δουν, έχει ως εξής: Ο Γερμανός βασιλιάς Ερρίκος (Heinrich) γύρω στα 900 μ.Χ. φτάνει σε ένα γερμανικό κρατίδιο (στην Αμβέρσα, που σήμερα ανήκει στο Βέλγιο) για να μαζέψει στρατό και να πολεμήσει τους Ούγγρους. Προηγουμένως όμως πρέπει να λύσει το πρόβλημα ηγεσίας του κρατιδίου, επειδή ο ηγεμόνας του έχει πεθάνει, αφήνοντας δυο παιδιά κάτω από έναν επίτροπο. Το αγόρι μόλις έχει ενηλικιωθεί, αλλά έχει εξαφανισθεί και θεωρείται πως επίσης έχει πεθάνει. Ο επίτροπος είναι ο Φρειδερίκος του Τέλραμουντ, ένας ευγενής που αν έλειπαν τα παιδιά θα ήταν ο επικρατέστερος διάδοχος. Προσπαθεί να βγάλει απ' τη μέση την πριγκίπισσα Έλσα κατηγορώντας την ότι σκότωσε τον αδελφό της στο δάσος για να πάρει αυτή την διαδοχή. Εκείνη μόνο κάνει λόγο για ένα σπουδαίο ιππότη που είδε σε όραμα. Ο βασιλιάς αντιλαμβανόμενος ότι δεν μπορεί να την καταδικάσει χωρίς στοιχεία παραπέμπει την επίλυση στην αρχαία μέθοδο της μονομαχίας, όπου ο Θεός θα βοηθήσει να φανεί το δίκιο. Η κοπέλλα αναθέτει την υπεράσπισή της στον ιππότη που "είδε", δηλώνει πως αν έρθει είναι έτοιμη και να τον παντρευτεί αν αυτός θέλει, και ώ του θαύματος ο ιππότης φτάνει με μια βάρκα που οδηγεί ένας κύκνος. Πριν μονομαχήσει βάζει την Έλσα να του υποσχεθεί όμως ότι ποτέ δεν θα ρωτήσει ποιος είναι. Φυσικά εκείνη υπόσχεται κι αυτός επικρατεί του Φρειδερίκου, ο οποίος δεν είναι απλώς νικημένος, είναι ατιμασμένος επειδή ο Θεός τον απεκάλυψε ως ψεύτη. Η πλευρά των νικητών ετοιμάζεται για το γάμο. Ο ιππότης είναι πλέον ο νέος ηγεμόνας του κρατιδίου κι ο βασιλιάς τον περιμένει να ενώσει το στρατό του με τον υπόλοιπο γερμανικό στρατό. Η γυναίκα του Φρειδερίκου όμως δεν αποθαρρύνεται τόσο εύκολα και βάζει ιδέες στην αθώα Έλσα πως αν δεν ξέρει ποιος είναι ο καλός της μπορεί πολύ ωραία μια μέρα να φύγει ξαφνικά όπως ήρθε. Η Έλσα βασανίζει τον ιππότη μόλις φτάνουν στο νυφικό κρεββάτι να της αποκαλύψει το μυστικό κι αυτός εκνευρισμένος την επόμενη μέρα εξηγεί τα πάντα μπροστά σε όλους: Ότι είναι ο γιος του Πέρσιβαλ, ιππότη της Στρογγυλής Τραπέζης, ενώ ο ίδιος είναι υπερασπιστής του Άγιου Δισκοπότηρου (που βρήκε ο πατέρας του). Το Άγιο Δισκοπότηρο φυλάσσεται σε ένα μακρινό μοναστήρι και οι υπερασπιστές του, που ενίοτε αναλαμβάνουν εξωτερικές εργασίες, όπως να υπερασπίζονται αδικημένες κόρες, έχουν δώσει όρκο μυστικότητας όταν είναι σε αποστολή. Κατά συνέπεια μετά την αποκάλυψη του μυστικού είναι υποχρεωμένος να φύγει πίσω στο μοναστήρι. Η Έλσα τιμωρείται για την επιπολαιότητά της μένοντας ζωντοχήρα, πλην ευτυχώς για την τύχη του κρατιδίου και του βασιλιά που περιμένει πώς και πώς να πάρει το στρατό ο κύκνος μεταμορφώνεται σε άνθρωπο που δεν άλλος από τον εξαφανισμένο νόμιμο διάδοχο και αδελφό της Έλσας.
Ένας ουδέτερος τωρινός παρατηρητής της πρόσφατης παράστασης θα παρατηρούσε τα εξής: (α) Από μια οπτική πρόκειται λιγότερο για μια ιστορία ηρωισμού και περισσότερο για μια ιστορία που μας λέει πώς δυο σπουδαίοι άντρες καταστράφηκαν από τις γυναίκες τους: Επειδή η μια ήταν υπερφιλόδοξη, συνωμότισσα και ψεύτρα, ενώ η άλλη ήταν περίεργη και ανόητη (σαν την δική μας Πανδώρα). (Αυτά βέβαια κάτι μας λένε και για το πώς ο Βάγκνερ έβλεπε το γυναικείο φύλο). (β) Ο ήρωας Λόενγκριν δεν είναι καν Γερμανός, αλλά γιος ενός εκ των ιπποτών της Στρογγυλής Τραπέζης του βασιλιά Αρθούρου της Αγγλίας. Ο βασιλιάς τον διορίζει, χωρίς να τον θεωρεί π.χ. ξένο ή μετανάστη, πρίγκιπα σε μια σπουδαία γερμανική επαρχία. (γ) Ο Λόενγκριν, μόλις έρχεται η ώρα να αναχωρήσει επικεφαλής των γερμανικών στρατευμάτων για τον πόλεμο, τους παρατάει όλους σύξυλους και επιστρέφει στην υπεράσπιση του Άγιου Δισκοπότηρου, δηλαδή στα θρησκευτικά αμυντικά του καθήκοντα, τα οποία θεωρεί ότι έχουν προτεραιότητα. Σίγουρα δεν είναι το πρότυπο του ήρωα που υπερασπίζεται τη χώρα του. Προτιμάει ακόμη να υπερασπίζεται αδικημένα κορίτσια και να τα ερωτεύεται, μάλλον κατά παράβαση του ιπποτικού όρκου παρθενίας των υπερασπιστών του Holy Grail. (δ) Ο κορυφαίος Γερμανός πολεμιστής του έργου, ο Φρειδερίκος, που δημοσίως δεν σηκώνει μύγα στο σπαθί του, είναι υποχείριο της γυναίκας του και εύκολα πείθεται να υιοθετεί αμφίβολες ηθικά πρακτικές. (ε) Γενικότερα οι Γερμανοί στρατιωτικοί παρουσιάζονται μάλλον σαν επιπόλαιο φιλοπόλεμο πλήθος, που παρασύρεται δεξιά κι αριστερά. Και τέλος ας σημειωθεί μια περίεργη προσέγγιση στο "μυστήριο" από τον Βάγκνερ: Το μεγάλο μυστικό είναι το όνομα του ήρωα, που δεν επιτρέπεται να μάθει κανείς, που αποκαλύπτεται τελετουργικά στο τέλος, αλλά βεβαίως είναι ο τίτλος του έργου. Επομένως ακόμη και οι θεατές της πρώτης ποτέ παράστασης του Λόενγκριν το ήξεραν πριν καν μπουν στην αίθουσα.
Πόθεν τότε ο εθνικιστικός χαρακτήρας του έργου; Είναι γεγονός ότι η τωρινή ελληνική παράσταση προσπάθησε επιτυχώς να τον αποδυναμώσει, από τον μεταφραστή των υποτίτλων που γράφει το Deutsches Reich του αρχικού κειμένου ως "Γερμανία" ως τον ενδυματολόγο που χρησιμοποιεί μουντές στολές των αρχών του 20ου αιώνα και τον σκηνογράφο που δείχνει ως περιβάλλον ένα βιομηχανικό υποβαθμισμένο τοπίο. Με τον τρόπο βέβαια αυτόν έχουν καταστρέψει το λαμπερό μυθικό κόσμο, που και σήμερα δείχνουν άλλες παραστάσεις και που είναι πιθανότατα ουσιώδες μέρος του έργου. Με τον τρόπο αυτόν επίσης αλλοιώνεται ο θεμελιώδης χαρακτήρας του έργου και ο Έλληνας θεατής χάνει το context, το οποίο είναι προφανές στους Γερμανούς των παλιότερων αλλά και των τωρινών παραστάσεων και βλέπει ένα "άλλο" έργο που έχει εκδημοκρατισθεί και εξυγιανθεί, πιθανώς μεταξύ άλλων γιατί οι συντελεστές της νιώθουν ένοχοι που το ανεβάζουν. Κι έτσι ο θεατής χάνει την ευκαιρία να κατανοήσει τον ιστορικό και προπαγανδιστικό χαρακτήρα αυτού του έργου, χάνει την ευκαιρία "to know your enemy". Ποιο είναι αυτό το context;
Ο Βάγκνερ επέλεξε όχι τυχαία να δείξει μια εποχή που ανήκει στον μυθικό κόσμο της γερμανικής εθνογένεσης. Η όπερα γράφτηκε στα μέσα του 19ου αιώνα, σε μια περίοδο έντονης δημουργίας εθνικών κρατών. Η γαλλική επανάσταση είναι μόλις μισόν αιώνα πριν, η ελληνική μόλις δυο τρεις δεκαετίες. Είναι η περίοδος που τα νέα εθνικά κράτη όχι μόνο δημιουργούνται μέσα από συνεχείς πολέμους, αλλά και ξαναγράφουν την ιστορία τους ώστε να ταιριάζει με τις νέες εθνικές κι εθνικιστικές αντιλήψεις. Ο Ερρίκος ο Α' είναι σύμφωνα με την γερμανική εθνική αντίληψη ο πρώτος "Γερμανός" βασιλιάς που ένωσε τα υποτιθέμενα γερμανικά φύλα σε αυτοκρατορία. Οι Γερμανοί θεατές σίγουρα έβλεπαν με καμάρι τους ένδοξους "προγόνους" τους σε λαμπερές στολές να ετοιμάζονται ενωμένοι να πολεμήσουν τους εχθρούς. Επίσης θα μαγεύονταν από την ιδέα ενός παντοδύναμου σωτήρα που θα τους οδηγούσε με το εκ του Θεού εκπορευόμενο σπαθί του στη νίκη, παραβλέποντας επουσιώδεις και ανεπιθύμητες λεπτομέρειες, όπως η ξενική του καταγωγή ή το ότι την τελευταία στιγμή τους παράτησε. Η ιδέα του ξαφνικά εμφανιζόμενου ηγέτη πιθανότατα βόλευε και τον Χίτλερ, που δεν ήταν αποδεκτός από τη γερμανική αριστοκρατία. Καθένας σ' ένα έργο βλέπει αυτά που θέλει, αλλά η ιστορική χρήση του έχει ένα βάρος στον τρόπο που θα το δούμε ακόμη και σήμερα. Όση καλή θέληση κι αν έχουμε, ο Λόενγκριν είναι δυστυχώς ένα προπύργιο του γερμανικού εθνικισμού.

Friday, September 30, 2016

Τι είδε ο Έλληνας στην Ιαπωνία

Βρέθηκα για δέκα μέρες στην Οσάκα και λίγο στο Κυότο. Η έκφραση "τι είδε ο Γιαπωνέζος" είναι βέβαια ειρωνική για τα ελληνικά πράγματα, αλλά ας δούμε και τι είδε ο Έλληνας στην Ιαπωνία. Αντιγράφω από τον Lonely Planet Japan: "Japan is a world apart - a cultural Galapagos where a unique civilisation blossomed and today thrives in delicious contrasts of traditional and modern."

Το πρώτο σοκ για τον Ευρωπαίο ή Αμερικανό που θα πάει στην Ιαπωνία είναι βέβαια η γλώσσα. Είχα την τύχη ή ατυχία να μπω σε σουπερμάρκετ σχεδόν αμέσως μετά την άφιξη στο αεροδρόμιο της Οσάκα, που είναι μια πόλη 20 εκατομμυρίων. Μπροστά σου ορθώνεται ένας γλωσσικός τοίχος, που ολοκληρώνεται και γίνεται συμπαγής με τις πολιτισμικές διαφορές. Μ' αυτό εννοώ ότι σε ένα πολιτισμικά πιο κοντινό μέρος θα αρκούσε να πλησιάσει κανείς τα προϊόντα για να κατανοήσει περί τίνος πρόκειται. Ειδικά όσα είναι σε διαφανείς συσκευασίες θα έπρεπε λογικά να είναι οι εύκολες περιπτώσεις. Ουδέν ψευδέστερον. Μπορεί να δεις το προϊόν και να μην καταλαβαίνεις όχι απλώς τι είναι, αλλά ούτε αν είναι γλυκό ή αλμυρό, γιατί αυτές είναι τροφές ενός άλλου πολιτισμού. Μπορείς ίσως κάποτε να βρεις π.χ. πού είναι κάτι που λογικά θα μπορούσε να είναι γάλα, αλλά πώς θα ξέρεις αν είναι 100% γάλα, ή έχει πρόσθετα, ή πόσο λιπαρό είναι; Στη συσκευασία του η μόνη γνώριμη ένδειξη είναι κάτι σαν www.milk...company.jp.

Ως δεύτερο παράδειγμα, όπου οι πολιτισμικές διαφορές συμπληρώνουν το γλωσσικό τοίχο, θα ήθελα να αναφέρω το θέατρο. Σε μια συνηθισμένη θεατρική παράσταση του "δυτικού" κόσμου, ακόμη κι αν αυτή δίνεται σε μια μη ινδοευρωπαϊκή γλώσσα, όπως τα ουγγρικά ή τα φινλανδικά, λογικά θα καταλάβεις τα βασικά της υπόθεσης από τις χειρονομίες, τις εκφράσεις του προσώπου, τους χώρους, τις τελετές ίσως. Σε μια γιαπωνέζικη παράσταση "κανονική", δηλαδή όχι παραδοσιακά στυλιζαρισμένη (όπως το θέατρο Νο), οι εκφράσεις και οι χειρονομίες ακόμη και τότε δεν είναι καθόλου οικείες. Βλέπεις θεατρικό έργο για ώρες χωρίς να καταλαβαίνεις απολύτως τίποτε για την υπόθεση.

Βέβαια για τον μακρινό επισκέπτη, Ευρωπαίο ή Αμερικανό, ένα άλλο συνοδευτικό μιας ολιγοήμερης διαμονής είναι το jet lag. Η γλωσσική δυσκολία και το jet lag είναι τα δυο συστατικά που έχουν αποδοθεί αριστοτεχνικά από τη Sofia Coppola στην ταινία Lost in Translation.

Στους Γιαπωνέζους αρέσουν πολύ οι μηχανές, περιλαμβανομένων και των μηχανών αυτόματης πώλησης. Σε κάθε τετράγωνο υπάρχει ένα μηχάνημα με αναψυκτικά. Μέσα σε καταστήματα κάποια τυποποιημένα προϊόντα πωλούνται από μηχανήματα. Στην είσοδο ορισμένων ταχυεστιατορίων η παραγγελία δίνεται από τον πελάτη στο μηχάνημα, μαζί με την πληρωμή, ύστερα μπορεί να καθίσει σε τραπέζι.

Τα προβλήματα του ελληνικού εστιατορίου ή καφέ, που είναι ο σερβιτόρος που δεν έρχεται ποτέ για παραγγελία, ή "δεν σε βλέπει" για να πληρώσεις το λογαριασμό, είναι λυμένα. Σε μαζικά εστιατόρια το κουμπί κλήσης για παραγγελία είναι μια συχνή λύση. Ο λογαριασμός πληρώνεται απ' ευθείας από τον πελάτη στο ταμείο κατά την έξοδο. Η ιαπωνική κοινωνία προτιμάει τα μετρητά κι όχι το πλαστικό χρήμα. Εν γένει δεν υπάρχει υποχρέωση για φιλοδώρημα.

Μια άλλη παράδοση είναι στα εστιατόρια να ετοιμάζεται το φαγητό μπροστά σου, σε μια καυτή επιφάνεια ή σε εστίες που είναι στο κέντρο του τραπεζιού. Σε ορισμένα είδη εστιατορίων ο πελάτης το μαγειρεύει μόνος του. Ο σερβιτόρος φέρνει τα συγκεκριμένα υλικά για τα πιάτα που έχουν παραγγελθεί, τα κατάλληλα σκεύη, τα καρυκεύματα και τα πιάτα.

Στο οποιοδήποτε κανονικό ταμείο θα αφήσεις τα χρήματα σε δίσκο, ο ταμίας θα τα μετρήσει μπροστά σου προσεκτικά και τελετουργικά, αν δώσεις πολλά νομίσματα θα τα απλώσει σε σχηματισμούς κατά είδος, και στο τέλος με μια ευγενική χειρονομία θα σου βάλει στην παλάμη τα ρέστα και την απόδειξη. Αν είσαι σε κατάστημα και αγοράσεις κάποιο προϊόν, θα το πακετάρει ωραία και θα σου το δώσει με μια ευγενική τελετουργική χειρονομία παράδοσης. Φεύγοντας θα σε ευχαριστήσει πολλές φορές που τον προτίμησες.

Παρά την τάση για αυτοματισμό υπάρχει επίσης υπερβολική (με τα δικά μας μέτρα) χρήση ανθρώπινου δυναμικού ή "καταπολέμηση της ανεργίας". Στις εισόδους-εξόδους του μετρό εκτός από τις μπάρες υπάρχει πάντοτε υπάλληλος, που ελέγχει την κανονική χρήση των μηχανών από τους επιβάτες και μπορεί να δώσει βοήθεια. Για όσους δεν έχουν πληρώσει το σωστό εισιτήριο η λύση δεν είναι η τιμωρία, αλλά η ύπαρξη ενός παραπάνω μηχανήματος που εκδίδει συμπλήρωμα ή ενός ελεγκτή που το ζητάει.

Υπάρχει τιμιότητα και εμπιστοσύνη. Καθένας περιμένει από σένα ότι θα συμπεριφερθείς με αυτές τις ιδιότητες και σου συμπεριφέρεται ανάλογα. Το μηχάνημα έκδοσης συμπληρωματικού εισιτηρίου υπονοεί με την ύπαρξή του ότι ο επιβάτης που δεν είχε το σωστό εισιτήριο έκανε απλώς λάθος και πάντως δεν είχε πρόθεση να μην πληρώσει. Βγήκα από το τραμ έχοντας πληρώσει μεν, αλλά κάνοντας το λάθος να μην κρατήσω το απόκομμα εισιτηρίου. Ο ελεγκτής με πίστεψε εφόσον τον διαβεβαίωσα νοηματικά ότι είχα πληρώσει. Οι επιβάτες στο μετρό έχουν συχνά τα πορτοφόλια τους σε εμφανή σημεία, πράγμα αδιανόητο στις περισσότερες μεγαλουπόλεις του "ανεπτυγμένου" κόσμου. Μια δήλωση που απαιτείται από τον επισκέπτη στον έλεγχο διαβατηρίων κατά την είσοδο στην Ιαπωνία είναι πως δεν έχει ποινικό μητρώο.

Πολλές φορές αναρωτήθηκα μήπως η ευγένεια που χαρακτηρίζει παντού αυτό το λαό είναι επιφανειακή. Στο τέλος σκέφτηκα ότι χωρίς καν να χρειαστεί να πάμε σε θεωρίες που λένε ότι η γλώσσα μας προσδιορίζει εντελώς (Wittgenstein, "Tractatus ..."), είναι βέβαιο ότι πάντως μας επηρεάζει βαθιά. Αν το λες ή το κάνεις με ένα τρόπο, στο τέλος το πιστεύεις ότι έτσι είναι. Όποιον και να σταματήσεις και να ρωτήσεις στο δρόμο θα σου χαμογελάσει, θα προσπαθήσει να καταλάβει τι του λες ακόμη κι αν δε μιλάει λέξη από αγγλικά (που είναι η συνηθισμένη περίπτωση) και θα προσπαθήσει να λύσει το πρόβλημά σου. Π.χ. αν ρωτήσεις για ένα κοντινό μέρος, αν έχει αμφιβολίες ότι κατάλαβες τις οδηγίες θα σε οδηγήσει ο ίδιος.

Στους Γιαπωνέζους αρέσει η τάξη. Οι άνθρωποι περιμένουν τη σειρά τους, ακόμη και στις διαβάσεις ή στο μετρό κάνουν κάποια ουρά. Οι δρόμοι έχουν γραμμές, τα πεζοδρόμια είναι γενικά καθαρά από εμπόδια (σε αντίθεση με τα ελληνικά που στέλνουν τον πεζό στο οδόστρωμα). Ταυτόχρονα η Οσάκα έχει αναρίθμητα ποδήλατα. Κάθε πολυκατοικία έχει το δικό της ισόγειο γκαράζ. Σε κεντρικά σημεία υπάρχουν μεγάλα και μικρά πάρκινγκ ποδηλάτων με θέσεις που κλειδώνουν και πληρωμή. Τα ποδήλατα όμως όταν κινούνται περιέργως πως μοιράζονται τα ίδια πεζοδρόμια με τους πεζούς. Δεν είδα σχεδόν πουθενά διακριτούς ποδηλατόδρομους. Οι ποδηλάτες είναι εμφανώς επιδέξιοι, οι πεζοί μαθαίνουν να μην κάνουν απότομες κινήσεις, υπάρχουν άρα κανόνες συμβίωσης, αλλά σίγουρα πρέπει να υπάρχουν και μερικά ατυχήματα.

Τους αρέσει επίσης η παράδοση. Στις αργίες πολλά κορίτσια και πολλές κυρίες βάζουν το κιμονό τους για να πάνε σε πάρκα, σε ναούς, σε θέατρα, σε συνεστιάσεις. Οι συνοδοί τους συχνά βάζουν κι αυτοί μια αντίστοιχη παραδοσιακή φορεσιά. Είναι υπέροχο θέαμα οι παγόδες των ναών και των κάστρων με πολύχρωμους παραδοσιακά ντυμένους ντόπιους επισκέπτες, και δεν το κάνουν για τον τουρισμό.

Υπάρχει καθαριότητα. Στα σπίτια τα παπούτσια σου δεν μπορούν να περάσουν ένα καλά καθορισμένο κατώφλι στην είσοδο. Αντικαθίστανται με παντοφλάκια, που είναι συνήθως φυλαγμένα σε ένα διακριτό ντουλάπι, εκτός αν κάποιος προτιμάει μόνο τις κάλτσες του. Στην τουαλέτα υπάρχουν άλλα παντοφλάκια. Τα ίδια ισχύουν σε πολλά εστιατόρια. Σε δημόσιους χώρους οι ομπρέλες κλειδώνονται σε ομπρελοθήκες, αφού όμως  για να μη στάζουν πρώτα φορέσουν ένα πλαστικό κάλυμμα μιας χρήσης, ενίοτε προερχόμενο από αυτόματο μηχάνημα "ομπρελοένδυσης". Τα σκουπίδια γενικά διαχωρίζονται και ανακυκλώνονται με απόσυρση που γίνεται σε διαφορετικές μέρες. Οι σακούλες αφήνονται κάτω από δίχτυα, που τις προστατεύουν από τις νυχτερίδες και όχι από αδέσποτα που είναι ανύπαρκτα. Μολονότι οι στατιστικές λένε ότι περίπου ένα 20% των σπιτιών φιλοξενούν ένα ζώο, συνήθως σκύλο, δεν είδα κανένα στο δρόμο. Πολύ περισσότερο δεν είδα ελεύθερα ζώα ή ακαθαρσίες. Ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων στο δρόμο φοράει μάσκες "χειρουργικές". Φαίνεται ότι αυτό ξεκίνησε για λόγους περιορισμού της διάδοσης ασθενειών, αλλά έχει εξελιχθεί για τη νεολαία σε κάποιου είδους μόδα ένδυσης ή μόδα απομόνωσης.

Υπάρχει μια τάση για συνεχή παροχή οδηγιών, προφορικών και γραπτών, συχνά αμφοτέρων ταυτόχρονα. Στο θέατρο πριν αρχίσει παράσταση οι ταξιθέτριες περιέφεραν σε όλους τους διαδρόμους ταμπέλες απαγόρευσης κινητών και λήψης φωτογραφιών, αλλά το έλεγαν και προφορικά, γυρνώντας μάλιστα την αναγγελία στα αγγλικά προς τους ελάχιστους επισκέπτες που δεν φαίνονταν ασιάτες. Τα καταστήματα είναι υπερφορτωμένα με παντός είδους, μεγέθους και χρώματος επιγραφές, που συχνά χρησιμοποιούν χαρακτήρες από κόμικς. Το ίδιο συμβαίνει και στο μετρό ή απλώς στο δρόμο. Σε μουσεία, θέατρα και γενικώς σε δημόσιους χώρους υπάρχει προσωπικό που καθοδηγεί τα πλήθη δίνοντας συνεχώς οδηγίες, συχνά επαναλαμβάνοντας μηχανικά την ίδια φράση και κάνοντας το ίδιο νόημα κατεύθυνσης. Αυτό ίσως είναι και απαραίτητο σε ορισμένους χώρους, όπου η πυκνότητα του κόσμου βρίσκεται στο κατακόρυφο. Στο μετρό οι προφορικές οδηγίες από τα μεγάφωνα των βαγονιών είναι σχεδόν συνεχείς και περιλαμβάνουν πληροφορίες που ξεκινούν από την επόμενη στάση και τις δυνατότητες αλλαγής συγκοινωνίας, ως τα καταστήματα και άλλα αξιοθέατα της περιοχής κ.λπ., όσο βέβαια ήταν δυνατό να καταλάβω. Το κλίμα αυτό έχει αποτυπωθεί σε φουτουριστικές ταινίες, όπως το Total Recall ή το Blade Runners.

Σκόπιμα θα παραλείψω τα πανεπιστημιακά ζητήματα, για μια άλλη ευκαιρία.

Η Ιαπωνία είναι μια υπέροχη χώρα, που σου θυμίζει διαρκώς ότι είναι κάπως διαφορετική από ό,τι ήξερες ως τώρα.




Wednesday, May 11, 2016

Αρχιτεκτονική ισοπέδωση

Διαβάζω μέσα από το βιβλίο με τίτλο Αμπελάκια της σειράς Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική του εκδ. οίκου Μέλισσα (1986): "Οι εξωτερικοί τοίχοι κατασκευάζονται από ημιλάξευτη λιθοδομή γενικά και μερικοί εσωτερικοί από αργολιθοδομή, πάχους 50-80 εκ. και συνήθως 65 εκ. ... Η κάτω επιφάνεια της αστρέχας ντύνεται συχνά με ξύλινες πήχες." Το κείμενο αυτό, γραμμένο από διδάκτορα της αρχιτεκτονικής, δεν περιέχεται ωστόσο σε κάποιο επιστημονικό περιοδικό ή σε πρακτικά συνεδρίου. Βρίσκεται σ' ένα βιβλίο που φιλοδοξεί να διαβαστεί από το ευρύ κοινό, ή έστω όσους ενδιαφέρονται γενικότερα για τους παραδοσιακούς οικισμούς στην Ελλάδα.

Διαβάζω  στις Μυκήνες μια ταμπέλα ταλαιπωρημένη από τα στοιχεία της φύσης. Σκοπός της είναι να εξηγήσει στον μέσο επισκέπτη ένα συγκεκριμένο ερείπιο: " Κτήριο Δ: Εκτείνεται βόρεια της Οικίας των Κιόνων και ανατολικά της τριγωνικής πλατείας, με την οποία επικοινωνεί μέσω μιας ανοικτής αυλής. Περιλαμβάνει δύο σειρές τριών κατωγείων και μια σειρά άλλων δύο νοτιότερα, τα οποία όμως δεν επικοινωνούν μεταξύ τους ..." Φυσικά η πινακίδα περιέχει τοπογραφικά, κατόψεις και τα παρόμοια.

Διαβάζω σε πινακίδα που εξηγεί την επίδραση των Φράγκων στην αρχιτεκτονική της μεσαιωνικής Πελοποννήσου. Βρίσκεται μέσα στο Χλεμούτζι (ή Κλερμόν, φράγκικο κάστρο στην Κυλλήνη) και λέει μεταξύ άλλων για τη μονή της Παναγίας Ίσοβας: "Πρόκειται για μονόχωρο, ξυλόστεφο ναό με ιερό που καλυπτόταν με λίθινο, σύνθετο γοτθικό σταυροθόλιο με νευρώσεις, οι οποίες στηρίζονται σε κίονες. Στο γοτθικό διάκοσμο ανήκουν ακόμη οι διπλές νευρώσεις στα τόξα αλλά και τα βεργία ..." Η πινακίδα και πάλι οφείλει να απευθύνεται στο μέσο επισκέπτη του κάστρου και όχι σε αρχιτέκτονες ή αρχαιολόγους. Οι τελευταίοι μπορούν προφανώς να βρουν ό,τι επιθυμούν σε σχετικά επιστημονικά κείμενα από περιοδικά και συνέδρια.

Είμαι σε μια έκθεση για την διατήρηση και συντήρηση ιστορικών βιομηχανικών κτηρίων. Μπροστά μου είναι μια αφίσα για παλιούς παραδοσιακούς φάρους που προβάλλει το έργο συντήρησης σε κάποιους απ' αυτούς. Εδώ είναι ελάχιστο το κείμενο, είναι κυρίως φωτογραφίες και αρχιτεκτονικά σχέδια, πλάγιες τομές, πλάγιες όψεις, κατόψεις ...

Αν το τράβηξα λίγο παραπάνω μ' αυτές τις περιγραφές είναι για να γίνει πιο ζωηρά σαφές το μαρτύριο του αναγνώστη. Κάποιοι θα τις περάσουν σε κλάσμα δευτερολέπτου και θα τις απορρίψουν ως άχρηστες. Όσοι είναι πιο επίμονοι, πιο ευσυνείδητοι, πιο φιλομαθείς, θα γεμίσουν το κεφάλι τους με μια σειρά από λίγο ως πολύ ασύνδετες πληροφορίες που δημιουργεί ένα αίσθημα απογοήτευσης και σύγχυσης.

Τι κοινό έχουν όλες αυτές οι περιπτώσεις; Σε όλες χρειάστηκε να παραχθεί ένα κείμενο, με κάποια εικονογράφηση ίσως, που θα έπρεπε να παρουσιάζει ένα μνημείο, ένα αντικείμενο, ένα χώρο. Σε όλες οι αρχιτέκτονες είχαν ένα σημαντικό ρόλο αποτύπωσης, συντήρησης, επιδιόρθωσης, κάτι απ' όλα αυτά ή και όλα. Σε όλες θα ήταν αναμενόμενο και σκόπιμο να δοθεί στον επισκέπτη ή αναγνώστη μια πολύπλευρη παρουσίαση που θα εξηγεί πώς δημιουργήθηκε το μνημείο ή το οποιοδήποτε αντικείμενο, από ποιους, με ποια τεχνική, ποιες λειτουργίες και ανάγκες ικανοποιούσε, πώς εντασσόταν στην κοινωνία, στο χρόνο του και στο περιβάλλον του κι άλλα πολλά. Αντ' αυτού η παρουσίαση κατέληξε σε μια άχαρη αρχιτεκτονικής σύλληψης περιγραφή διαπλεκόμενων όγκων, σχημάτων και υλικών, που κανονικά ενδιαφέρει μόνο τους ίδιους τους αρχιτέκτονες, και πάντως  μόνον αυτούς σε τέτοιο βάθος και με τέτοια μονομέρεια. Και φυσικά αποτελεί μια κάποιου είδους εύκολη λύση στην περιγραφή, εφόσον περιοριζόμαστε έτσι σε μια επιφανειακή μορφολογία "κι έξω από την πόρτα", όπως έλεγε κι η γιαγιά μου.

Την τέτοιου είδους αρχιτεκτονική ισοπέδωση τη βλέπουμε σε εκθέσεις, σε μουσεία, σε αρχαιολογικούς χώρους, σε παντός είδους παλιές αλλά ιστορικές εγκαταστάσεις (δημόσια κτήρια, βιομηχανίες, λιμάνια, ξενοδοχεία) και σε βιβλία σχετικά με όλα τα παραπάνω. Νομίζω ότι θα ήταν πολύ καλύτερα αν για όλες αυτές τις περιπτώσεις η μελέτη, αποτύπωση, συντήρηση, αποκατάσταση και η περιγραφή του τελικού αποτελέσματος προς την κοινωνία γινόταν από ομάδες με σύνθεση τόσο πολύπλοκη όσο πολύπλοκα είναι τα ίδια τα αντικείμενα.

Thursday, May 5, 2016

Στο Αιγαίο με τη θαλαμηγό του Harry Gordon Selfridge

Θυμάμαι το Μαριλένα να περνάει τα καλοκαίρια με χαρακτηριστικό θόρυβο μπροστά απ' τις παραλίες και τις ακτές της Σάμου. Είχα ταξιδέψει μ' αυτό κάμποσες φορές στη διαδρομή Πειραιάς-Καρλόβασι κι ανάποδα. Είχε χαριτωμένο όνομα, μοντέρνο αεροδυναμικό σχήμα, λευκό χρώμα και μια μεγάλη καμπύλη κίτρινη τσιμινιέρα με το γράμμα "Λ".

Τότε δε μπορούσα ούτε κατά διάνοια να υποψιασθώ ότι η τσαχπίνα Μαριλένα ήταν μια γριά πολλών δεκαετιών που το νεανικό της πρόσωπο είχε σμιλευτεί με κάμποσες πλαστικές. Τα μακρύ παρελθόν της όμως ήταν ένδοξο.

Το πρώτο μισό του εικοστού αιώνα πολλά επιβατηγά των ελληνικών γραμμών ήταν "λόρδικα". Είχαν αρχικά ναυπηγηθεί ως γιωτ της βρεττανικής αριστοκρατίας, ύστερα πουλήθηκαν και ξαναπουλήθηκαν για να καταλήξουν στο Αιγαίο και στο Ιόνιο. Είχαν χαρακτηριστική καμπύλη πλώρη (με τα κοίλα προς τα κάτω) και πρόβολο. Βέβαια κάθε φορά γίνονταν οι απαραίτητες προσαρμογές, έφευγαν οι περιττές πολυτέλειες, άλλαζε η εσωτερική διαρρύθμιση, κλείνονταν καταστρώματα για να δημιουργηθούν εσωτερικοί χώροι. Καμμιά όμως μετασκευή ίσως δεν έφτασε την τελευταία της Μαριλένας.

Το σκάφος κατασκευάστηκε για κάποιον Henry Johnson Mason (αγνώστων λοιπών στοιχείων) το 1911 στα ναυπηγεία της J. I. Thornycroft & Co. Ltd. και της Camper & Nicholsons Ltd. της Αγγλίας με το όνομα Marynthea. Ήταν ένα γιωτ χωρητικότητας 886 τόνων. Επιτάχθηκε από το βρεττανικό ναυτικό στη διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, δηλαδή από το Φλεβάρη του 1915 ως τον Φλεβάρη του 1919. Στη συνέχεια το αγόρασε ο Sir Arthur du Cros και το μετονόμασε σε Emerald. Με αυτό το σκάφος έκανε το 1921 το γύρο του κόσμου. Σήμερα λίγοι θα φαντάζονταν ότι ένα σκάφος τέτοιου μεγέθους πέρασε όλους τους ωκεανούς.

Το 1926 το αγόρασε ο Harry Gordon Selfridge (1858-1947), αμερικανός ιδιοκτήτης των ομώνυμων βρεττανικών πολυκαταστημάτων, και το ονόμασε Conqueror. Αν παλιότερα τα Selfridges ήταν γνωστά στην Ελλάδα μόνο σε όσους επισκέπτονταν την Αγγλία, σήμερα τα ξέρει όλος ο κόσμος χάρη στην τηλεοπτική σειρά Mr Selfridge. Πόσες όμως από τις πιο ηλικιωμένες κυρίες που την παρακολούθησαν τον τελευταίο χρόνο μπορούσαν να φανταστούν ότι είχαν ταξιδέψει στα νιάτα τους με το γιωτ του κεντρικού ήρωα;

Με το ίδιο όνομα (Conqueror) υπηρέτησε ως βοηθητικό σκάφος στο Βρεττανικό Ναυτικό στον Β' Παγκ. Πόλεμο. Από κει και πέρα αρχίζει η καριέρα του στην Ελλάδα. Το 1947 αγοράστηκε   από την εταιρεία Λαμύρα των Ι.  και Γ. Χαδούλη, που το ονόμασαν Πατρίς. Το Γενάρη του 1948 νηολογήθηκε στην Άνδρο για λογαριασμό των Μαρή-Γουλανδρή και μετανομάστηκε σε Μαρή (Marie). Tο 1949 αποκτήθηκε από την Ατμοπλοΐα Ευάγγελου Τόγια που το ονόμασε Κωστάκης Τόγιας. Λέγεται ότι κατά τη μετασκευή από Μαρή σε Κ. Τόγιας γλύστρησε από μια σκάλα και σκοτώθηκε ο γιος του Ευάγγελου Τόγια Κωστάκης. Ήταν ένα σκούρο ιδιόμορφο σκαρί που αλώνιζε το Αιγαίο και το Ιόνιο.

To 1960 το απέκτησε ο Λάζαρος Λαγάς και το ονόμασε Μαριλένα. Ακριβώς τότε γυρίστηκε το "Ποτέ την Κυριακή". Στο λιμάνι φαίνεται το λευκό Μαριλένα. Η μόδα ήταν πια τα άσπρα καράβια, σαν γλάροι. Η ελληνική ακτοπλοΐα συνέχιζε να πορεύεται με παλιά καράβια στις δεκαετίες του '50 και '60, αλλά το 1952 είχαν φτάσει ως ιταλικές πολεμικές επανορθώσεις τα λεγόμενα τέσσερα ιταλικά, Κανάρης, Καραϊσκάκης, Μιαούλης και Κολοκοτρώνης. Ήταν η εξαίρεση στον κανόνα, ολοκαίνουργα, βγαλμένα μόλις από τα ιταλικά ναυπηγεία. Θα περίμενε κανείς το Μαριλένα να κάνει γύρω στο '60 τα τελευταία του δρομολόγια, τις τελευταίες αποσβέσεις μιας παλιάς σειράς επενδύσεων.

Η νέα ιδιοκτησία όμως αποφάσισε να κάνει ριζικές μεταβολές. Έγινε μια μετασκευή χωρίς προηγούμενο, από την οποία το σκάφος βγήκε αγνώριστο. Άλλαξε το εξωτερικό σχήμα, έγινε "μοντέρνο", άλλαξαν σχήμα πλώρη και πρύμνη, έφυγε ο πρόβολος, προστέθηκαν χώροι, άλλαξε το εξωτερικό περίβλημα που απόκτησε ένα σωρό αεροδυναμικές καμπύλες. Έγιναν όμως και εσωτερικές αλλαγές. Αφαιρέθηκαν οι ατμομηχανές και τοποθετήθηκαν μηχανές Diesel. Έτσι μεγάλωσαν οι εσωτερικοί χώροι, αλλά ταυτόχρονα άλλαξε το κέντρο βάρους. Το "νέο" σκάφος έζησε ως το 1995, οπότε και αποσύρθηκε σε ηλικία 84 ετών!

Στη ζωή του πέρασε από την αγγλική αριστοκρατία, έλαβε μέρος σε δύο παγκόσμιους πολέμους, έκανε αναρίθμητα δρομολόγια στο Αιγαίο και στο Ιόνιο, υπήρξε ατμόπλοιο και δηζελόπλοιο, άλλαξε χρώματα, έσωσε κατατρεγμένους από σεισμούς και πολέμους, έζησε μια ζωή που λίγα καράβια έζησαν ποτέ. Και μένει στη μνήμη κάποιων από μας.

Sunday, April 24, 2016

Περί φωτογραφίας, βραβείων και προσφύγων

Προ ημερών απονεμήθηκαν βραβεία σε Έλληνες φωτογράφους για την κάλυψη της προσφυγικής κρίσης. Είναι βέβαιο ότι η φωτογραφία δε θα μπορούσε να λείπει από ένα τέτοιο μείζον γεγονός, ότι οι Έλληνες επαγγελματίες φωτορεπόρτερ ήταν οι καταλληλότεροι για να φέρουν το έργο σε πέρας και ότι διαθέτουν ταλέντο, κατάρτιση, τόλμη, καλή φήμη, και εξοπλισμό για να καταφέρουν να καλύψουν το θέμα με τον καλύτερο τρόπο. Μπράβο τους.

Ωστόσο πιστεύω ότι τέτοιες φωτογραφίσεις έχουν ορισμένα όρια. Μπορούν να καλύπτουν το βασικό γεγονός. Μπορούν να κάνουν πολιτικούς υπαινιγμούς. Μπορούν ως ένα σημείο να ποντάρουν στον εντυπωσιασμό. Μπορούν επίσης να προσθέτουν μια νότα αισθητικής. Δεν θα σχολιάσω αν οι συγκεκριμένες φωτογραφίες υπερβαίνουν αυτά τα όρια, πιθανότατα όχι. Πιθανότατα δεν είμαι και αρμόδιος να το κάνω.

Θα χρησιμοποιήσω όμως την ευκαιρία να κάνω ένα γενικότερο σχόλιο για τη διεθνή επαγγελματική και καλλιτεχνική φωτογραφία. Υπάρχει μια μεγάλη ομάδα φωτογράφων που πλησιάζουν τον κάθε δυστυχισμένο, φτωχό, βομβαρδισμένο, κατατρεγμένο, απομονωμένο, πληγωμένο, άρρωστο ή δύσμορφο, και τον απαθανατίζουν, τρυπώνοντας στη ζωή του, προκειμένου να δείξουν κάτι νέο, οπτικά πρωτότυπο, πολιτικά προοδευτικό, με προθέσεις που καλύπτουν όλο το φάσμα μεταξύ ειλικρίνειας και σκοπιμότητας. Μερικοί φωτογράφοι κάνουν πολύ κόπο να πλησιάσουν τέτοιες περιπτώσεις κοινωνικών ομάδων ή και μεμονωμένων ατόμων, προσπαθούν να τους πείσουν ότι "είναι μαζί τους", ότι δεν τους εκμεταλλεύονται, ότι θα τους βοηθήσουν, ότι θα είναι καλύτερα αν ο "πρώτος κόσμος" (που πληρώνει για τις φωτογραφίες) μάθει το πρόβλημά τους και τους βοηθήσει με πολιτική δράση, ακτιβισμό, συμπάθεια ή λίγη ελεημοσύνη. Τέτοιες προσδοκίες άλλοτε υλοποιούνται κι άλλοτε είναι απλώς μια καλή δικιολογία.

Άλλοι από τους φωτογραφούμενους τα πιστεύουν όλα αυτά κι άλλοι όχι. Αρκετοί έχουν σίγουρα πολλές πολιτισμικές, κοινωνικές και θρησκευτικές αμφιβολίες, αναστολές, τις οποίες δεν καταφέρνουν ή δεν επιθυμούν να ξεπεράσουν, όπως έχουν κάθε δικαίωμα. Αρκετοί είναι ψυχικά, σωματικά, διανοητικά υπερβολικά καταβεβλημένοι για να κάνουν καν τον κόπο να ασχοληθούν. Κάποιοι ξεπερνούν τις αναστολές τους με τον άμεσο χρηματισμό. Κάποιες "αυθόρμητες" φωτογραφίες είναι πολύ προσεκτικά σκηνοθετημένες.

Έχω πολύ λιγότερες αμφιβολίες για το τι πιστεύουν ότι κάνουν οι ίδιοι οι φωτογράφοι και ότι οι κάμποσοι απ' αυτούς έχουν προσχωρήσει σε ένα είδος κυνισμού ανάλογο με κείνο γιατρών που παίρνουν φακελάκια, ένα κυνισμό που μετατρέπει τη δυστυχία σε εισόδημα.

Sunday, March 6, 2016

Έξυπνα ρολόγια, θερμόμετρα και άλλα

Είχα για χρόνια κρεμασμένα ένα θερμόμετρο έξω από μια μπαλκονόπορτα. Είναι ο προφανής τρόπος να δεις τη θερμοκρασία και να ρυθμίσεις το ντύσιμό σου πριν βγεις, ή απλώς να ικανοποιήσεις την περιέργειά σου. Κάμποσοι άνθρωποι γοητεύονται απ' τον καιρό, στήνουν μετεωρολογικούς σταθμούς ολόκληρους. Ένας θείος μου κρατάει ημερολόγιο μόνο και μόνο καταγράφοντας τον καιρό. Ίσως κάποια μέρα το μελετήσει η μετεωρολογική υπηρεσία.

Εν πάση περιπτώσει το θερμόμετρο ήταν εκτεθειμένο στον καιρό. Κάθε δεκαετία χρειαζόταν αλλαγή. Την τελευταία φορά που έσπασε, πριν λίγους μήνες, έψαξα κάμποσο να βρω κατάστημα που να πουλάει τέτοια προϊόντα, ίσως είναι κάπου στα είδη σπιτιού, αλλά χρειάζεται πολύ περισσότερο ψάξιμο από παλιότερα. Το κινητό σκότωσε και τα θερμόμετρα, θα 'λεγε κάποιος, γιατί αρκεί να δεις τον "τοπικό καιρό" σε κάποια απ' τις πολλές εφαρμογές που προσφέρονται. Ψάξε ψάξε είδα αν θέλεις σώνει και καλά το δικό σου θερμόμετρο πολλοί πουλάνε ένα "ψηφιακό θερμόμετρο", το βάζεις έξω απ' το παράθυρό σου και το συνδέεις μέσω WiFi με αντίστοιχη εφαρμογή στο κινητό σου. Ύστερα, μπορείς να συνεισφέρεις στη γενική καταγραφή θερμοκρασιών μαζί με άλλους που έχουν την ίδια τρέλλα και να σχηματισθεί ένας χάρτης. Ή, όταν φτάσεις σ' αυτό το σημείο, να αρκεστείς στις καταγραφές που κάνουν άλλοι στη γειτονιά σου. Φυσικά υπάρχουν τα κατάλληλα apps και γι' αυτό. Αλλά τελικά σου παίρνει λιγότερη ή περισσότερη ώρα για να δεις τη θερμοκρασία; Χώρια την ώρα να στήσεις όλη αυτή την υποδομή.

Ένα πολύ πιο της μόδας αντικείμενο έχει γίνει το smart watch. Έχουμε ένα κινητό αρκετά μικρό για να το κουβαλάμε και να βασανιζόμαστε χωρίς να ξεχνιόμαστε από όσους και όσα μας κυνηγούν, αλλά όχι, τώρα πρέπει να έχουμε κάτι ακόμη πιο μικρό. Φυσικά περί ορέξεως κολοκυθόπιττα, αλλά έχοντας δοκιμάσει σχεδόν όλες τις κατηγορίες από σχετικά προϊόντα και πιθανές χρήσεις (λόγω της δουλειάς μου εν μέρει), και για αρκετό χρόνο, κατέληξα στο παλιό μηχανικό ρολόι, αυτό που κινείται με τεχνολογία τριών και παραπάνω αιώνων. Αντίθετα, κατέληξα στο ότι ένα "έξυπνο ρολόι" (της σημερινής, εννοείται, τεχνολογίας και αντίληψης) εξυπηρετεί μόνο για να σε ειδοποιεί σιωπηλά για κλήσεις στο κινητό. Δηλαδή σε δυο περιπτώσεις μπορεί να χρησιμεύει σε κάποιον, αν παρακολουθεί συχνά meeting και δε θέλει να βάζει πάνω στο τραπέζι το κινητό του επειδή είναι μυστικός πράκτορας ή απλώς μυστικοπαθής, ή αν έχει παράλληλες σχέσεις και δε θέλει να χάνει κλήσεις και μηνύματα χωρίς να γίνεται αντιληπτός.

Το ηλεκτρονικό ρολόι, που είναι μαζί μας μερικές δεκαετίες τώρα, είναι μια χαρά, αλλά τελειώνει η μπαταρία του, μερικές φορές τις πιο άβολες στιγμές (και γεμίζει το περιβάλλον με μη εύκολα ανακυκλώσιμες μπαταρίες). Αντίθετα ένα μηχανικό ρολόι κρατάει δεκαετίες, είναι απίθανο να χρειαστείς πάνω από δύο σε όλη σου τη ζωή αν δεν είσαι συλλέκτης, μπορείς να το παρατήσεις στο συρτάρι μέρες ή χρόνια και να το ξαναβάλεις μπροστά όποτε σου καπνίσει, κι αν είσαι σχολαστικός μπορεί να του κάνεις ένα σέρβις στα είκοσι χρόνια, ή και όχι γιατί αυτό μάλλον πάλι θα δουλεύει. Μπορείς επίσης να το βασανίζεις στα κρύα, στις ζέστες και στα σπορ. Μπορείς να το θαυμάζεις σαν αντικείμενο που έρχεται από προηγούμενους αιώνες, ενώ κάνει τη δουλειά καλύτερα από τα τωρινά. Τέλος, δεν είναι καθόλου απαραίτητο να πάρεις ένα ακριβό μοντέλο, γιατί σήμερα υπάρχουν εξαίρετα μηχανικά μοντέλα στην τιμή των 100-200 Ευρώ, που έχουν φτάσει σ' αυτήν την τιμή εξ αιτίας κυρίως της μόδας των έξυπνων ρολογιών.

Γιατί τα λέω όλα αυτά; Υποτίθεται ότι προχωράμε προς τον κόσμο των έξυπνων αντικειμένων (smart objects, Internet of Things και τα παρόμοια). Φαίνεται όμως πως δεν έχουμε ιδέα πώς να δημιουργήσουμε τέτοια αντικείμενα που να κάνουν μια δουλειά καλύτερα απ' τα παλιά και δοκιμασμένα. Τα τελευταία είναι συχνά αποτέλεσμα εξέλιξης αιώνων, δοκιμών πάνω σε δοκιμές, επικράτησης των καλύτερων, κατά κάποιο τρόπο Δαρβίνειας εξέλιξης. Χρειάζεται πολλή εξυπνάδα, και πολλές δοκιμασίες, για να σχεδιάσεις ένα πραγματικά έξυπνο αντικείμενο.