Ψώνια και κοινωνικά δίκτυα

Ομολογουμένως όσα θα πω πιο κάτω σχετίζονται με την πολιτική, με την οικονομία, με την οργάνωση της κοινωνίας, με ένα σύστημα αξιών, με την ηθική κι άλλα πολλά. Δεν έχω τόσο φιλόδοξο σχέδιο. Θα ξεκινήσω από μια πεζή κι απλοϊκή ερώτηση: Μήπως μας πιάνουν σε υπερβολικό βαθμό κορόιδα;

Βέβαια όταν ζεις μέσα στον κόσμο της διαφήμισης, των καταστημάτων και των βιτρινών τους, όταν ζεις στην κοινωνία της αγοράς τέλος πάντων, δεν είναι δυνατό να ξεφύγεις εύκολα. Θυμάμαι πριν κάμποσες δεκαετίες, όταν στην Ελλάδα δεν υπήρχαν πεζόδρομοι, είδα πρώτη φορά σε πόλεις του εξωτερικού κόσμο να κυκλοφορεί σε πεζόδρομους κυριακάτικα ανάμεσα στα καταστήματα και σκέφτηκα: Αυτοί οι άνθρωποι τι κάνουν ανάμεσα στα κλειστά μαγαζιά; Δεν έχουν κάπου καλύτερα να πάνε; Ίσως την κατάσταση αποδίδει καλύτερα το απόφθεγμα Λαζόπουλου "πάμε στο σουπερμάρκετ να χαζέψουμε μουστάρδες". Ευτυχώς ακόμη οι μουστάρδες δεν εκτίθενται στις βιτρίνες. Να λοιπόν που η κατανάλωση έγινε αυτοσκοπός (κι όχι μέσο για να αποκτήσεις κάτι που χρειάζεσαι περισσότερο ή λιγότερο) κι ενσωματώθηκε στα βασικά είδη μαζικής "διασκέδασης", μαζί με τις εκδρομές, το θέατρο, τον κινηματογράφο, τα μουσεία, τα σπορ.

Αλλά τουλάχιστον όταν παίρνουμε μέρος σε μια κοινωνική συναναστροφή η συζήτηση για το ίδιο θέμα ήταν ως τώρα μάλλον περιορισμένη. Μπορεί οι πιο μοδάτες απ' τις κυρίες να συζητούν πού θα βρουν τα τελευταία κομμάτια της μόδας, μπορεί να συζητούν για παπούτσια, γραβάτες ή εξοπλισμό σπορ ορισμένοι κύριοι, αλλά τα προτιμώμενα ακόμη θέματα συζήτησης ελπίζω πως μένουν έξω απ' την κατανάλωση καθ' εαυτή, πως παραμένουν το κουτσομπολιό, οι εκδρομές, οι ταινίες, η πολιτική, τα οικονομικά, οι ειδήσεις, οι τέχνες, τα κοινωνικά προβλήματα, η θέση μας και η δράση μας στον κόσμο.

Και ξαφνικά μπήκαν στη ζωή μας τα κοινωνικά δίκτυα, λέγοντάς μας πως είναι ένας ακόμη τρόπος επικοινωνίας, μια προέκταση του κοινωνικού χώρου, κάτι σαν ηλεκτρονικό καφενείο. Θα περίμενε κανείς ότι τα θέματα μπορεί να ποικίλλουν ανάλογα με τις κοινωνικές ομάδες και τα ενδιαφέροντά τους, αλλά θα ήταν λίγο ως πολύ τα γνωστά. Αντ' αυτού η πλειοψηφία μετατρέπεται κάθε μέρα όλο και περισσότερο σε εργαλείο προώθησης της κατανάλωσης. Καθένας από μας μεταμορφώνεται σε πρόθυμο διαφημιστή εταιριών και προϊόντων, κατά κανόνα αφιλοκερδώς, πιασμένος κορόιδο. Καθένας ωθείται να το κάνει αυτό από την ίδια την αγορά και τους μηχανισμούς προώθησης προϊόντων: "Κάντε μας like στο Facebook". Είναι εντυπωσιακή η ευκολία με την οποία πέφτουμε θύματα αυτής της τάσης, η συχνότητα με την οποία εμείς οι ίδιοι γεμίζουμε τα κοινωνικά δίκτυα με κανονικές ή γκρίζες διαφημίσεις, σαν να μην είχαμε κάτι άλλο καλύτερο να πούμε ή να γράψουμε. Μέσα στη φτώχεια των θεμάτων που τον απασχολούν ο μέσος "πελάτης" του κοινωνικού δικτύου εξαντλεί την έφεσή του για αυτοπροβολή με τη λύση που του προσφέρεται αφειδώς απ' έξω, προβάλλοντας καταναλωτικά αγαθά, κάνοντας το ένα και το άλλο like για να τον δουν οι φίλοι του. Δεν έχουμε εναλλακτικό τρόπο να υπενθυμίσουμε την ύπαρξή μας και την ανάγκη να μας συμπαθούν οι άλλοι; Ίσως η πιο έξυπνη εφαρμογή της χρονιάς να ήταν μια που δεν έκανε απολύτως τίποτε, εκτός από το να στέλνει ένα κενό μήνυμα στον παραλήπτη για να του θυμίσει την ύπαρξη του αποστολέα.

Τα κοινωνικά δίκτυα και διάφορες εφαρμογές (applications) είναι αυτή τη στιγμή οι πιο αποδοτικοί "συγγραφείς" του βιογραφικού του καθενός μας, γνωρίζουν πίσω απ' την πλάτη μας πολλά απ' όσα γνωρίζουμε για τους εαυτούς μας και πολλά απ' όσα δε γνωρίζουμε ούτε εμείς οι ίδιοι. Όλη αυτή η συλλογή στοιχείων δε γίνεται άσκοπα, διοχετεύεται σχεδόν προς πάντα ενδιαφερόμενο παρά τους δήθεν αυστηρούς νόμους που εξασφαλίζουν την ασφάλεια και την ιδιωτικότητά μας. Η αυθάδεια των συλλεκτών είναι απίστευτη. Κάθε τόσο ένα γνωστό και μη εξαιρετέο κοινωνικό δίκτυο με ρωτάει ευθέως σε ποιο σχολείο πήγα, σε ποια πόλη μένω κι όσο δεν απαντάω μου λέει πως το "βιογραφικό" μου είναι ατελές, πως είναι συμπληρωμένο μόνο στο 50%, ως ένα παραπάνω μέσο πίεσης να με πείσει να απαντήσω μιας και ο άνθρωπος απεχθάνεται την ατέλεια και την εκκρεμότητα.

Ταυτόχρονα το μέλος του κοινωνικού δικτύου σπάνια έχει συναίσθηση των μηχανισμών θυματοποίησης που δρουν επάνω του. Αν μείνουμε στον τομέα της προώθησης προϊόντων, σπάνια γνωρίζει ότι κάθε κλικ σε διαφήμιση μετατρέπεται σε κέρδος για τις εταιρίες παροχής της δικτύωσης (βλ. π.χ. τον σχετικό αλγόριθμο της Google), ότι συνεχώς από τη συμπεριφορά και τα στοιχεία που αφελώς δίνει δεξιά κι αριστερά τελειοποιείται ένα προφίλ του ώστε να εμφανίζονται μπροστά του οι πιο κατάλληλες διαφημίσεις, ότι πίσω από την πλάτη του γίνεται ευρύτατη ανταλλαγή πληροφοριών ανάμεσα σε ενδιαφερόμενους φορείς. Μερικές φορές είναι δύσκολο να μην το καταλάβει: Κάθε μέρα δέχεται ένα σωρό τηλεφωνικές προσφορές στο μυστικό του αριθμό τηλεφώνου, σταθερό ή κινητό, από εταιρίες που δεν τους τον έδωσε ποτέ. Ακόμη όμως και σ' αυτές τις σπάνιες περιπτώσεις που το σύμπαν συνωμοτεί για να του δείξει την πραγματικότητα, η μανία του νάρκισου καταναλωτή είναι τέτοια που είναι πρόθυμος να τα ξεχάσει όλα στο επόμενο like.

Μια απ' τις τελευταίες και πιο αυθάδεις κινήσεις των παρόχων κοινωνικής δικτύωσης ήταν η εξής "καινοτομία": "Αν θέλετε να μη βλέπετε διαφημίσεις στις αναζητήσεις σας, να πληρώνετε συνδρομή". Ίσως να ήμουν πρόθυμος να το κάνω αν συμμετείχα στα κέρδη που βγαίνουν από τις προσωπικές μου πληροφορίες και την εμπορευματοποίησή τους. Τα κοινωνικά δίκτυα ενηλικιώθηκαν. Σε μερικές περιπτώσεις μου θυμίζουν έμπειρο γέρο τοκογλύφο που προσπαθεί να μεγιστοποιήσει τα κέρδη του, να μη μείνει τίποτε χαλαρό κι ανεκμετάλλευτο. Καιρός είναι να ενηλικιωθούμε κι εμείς.

Comments

Popular posts from this blog

Οι Καλόγεροι του Αιγαίου κι άλλα μυστήρια

Συνηθισμένα σφάλματα

Τι είδε ο Έλληνας στην Ιαπωνία