Φιλοδοξίες πιο ψηλές απ' τ' άστρα

Ήταν νύχτα που την απειλούσε η βροχή, την είχε αναγγείλει σαφώς η μετεωρολογική υπηρεσία. Νύχτα κατάλληλη για κινηματογράφο, ίσως για θρίλερ, αλλά η προφανής επιλογή της εβδομάδας ήταν το “Interstellar” του Christopher Nolan.

Ο τελευταίος είναι γνωστός για την “αυθάδειά” του και τη μανία του να μεγαλοπιάνεται. Ας πάρουμε για παράδειγμα το “Inception”. Πατώντας σε μια ψευδοεπιστήμη των ονείρων χτίζει ανώγια και κατώγια.

Τώρα έχει αναλάβει να χτίσει τη "σωστή" εικόνα μας για το σύμπαν. Στη λογοτεχνία και στον κινηματογράφο η αλήθεια είναι πως δεν έλειψαν ως τώρα αρχιτέκτονες του “σύμπαντος”. Ωστόσο η εικόνα ή η ψευδαίσθηση που μας χάρισαν δημοφιλείς τηλεοπτικές σειρές και ταινίες όπως το Star Trek ή το Star Wars ή ο Doctor Who ή το Lost in Space είχαν καλά οριοθετημένη την επιστήμη από τη φαντασία. Όταν τα διαστημόπλοια έμπαιναν στο “υπερδιάστημα” (hyperspace) λίγοι ενήλικες με πανεπιστημιακή παιδεία μπορούσαν να εξαπατηθούν ως προς το ρεαλισμό τέτοιων εννοιών. Γενικά όσοι γοητεύονται από την επιστημονική φαντασία έχουν κάποια επαφή με την ίδια την επιστήμη, είτε με σπουδές είτε με ερασιτεχνική ενασχόληση. Πιθανολογώ ότι ελάχιστοι θεατές των παραπάνω δεν γνώριζαν ότι το ανώτατο όριο ταχύτητας, όπως τουλάχιστον παραδέχεται σήμερα η επιστήμη, το θέτει το φως. Σχεδόν όλοι ήταν διατεθειμένοι να παραβλέψουν επειδή διασκέδαζαν. Ο όρος επιστημονική φαντασία χαρακτηρίζει ακριβώς το διαχωρισμό όσων συμβαίνουν επί της οθόνης από όσα μπορούν να συμβούν στο φυσικό κόσμο. Υπάρχει και μια κατηγορία που εξαιρείται, οι “επιστημονικά αδιάφορες” ταινίες επιστημονικής φαντασίας. Το Solaris είναι ακριβώς μια τέτοια περίπτωση, τόσο η ταινία όσο και το μυθιστόρημα, διότι δηλωμένα και ξεκάθαρα ουδείς γνωρίζει εκεί τι είδους φυσική ισχύει.

Είναι επίσης αλήθεια πως ο παραπάνω διαχωρισμός είναι πολύ ασθενέστερος στο γραπτό λόγο. Οι συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας πολλές φορές δοκιμάζουν να μπερδέψουν το εφικτό με το ανέφικτο, αλλά και πάλι στο γραπτό λόγο υπάρχουν άλλες βαλβίδες ασφαλείας, άλλες παραδοχές κι άλλες διαχωριστικές γραμμές. Υπάρχει επαρκής χώρος ώστε ο συγγραφέας να εξηγήσει τα ανεξήγητα, ενώ ο αναγνώστης μπορεί να σκεφτεί με την άνεσή του και να κρίνει, χωρίς να βομβαρδίζεται από εικόνες και συναισθήματα, όπως στον κινηματογράφο.

Εκ πρώτης όψεως ο Nolan δίνει την εντύπωση πως προσπαθεί να κάνει μια ταινία ρεαλιστική, βασισμένη σε όσα πραγματικά ξέρουμε για το διαστημικό ταξίδι σήμερα. Δείχνει το δράμα των μεγάλων αποστάσεων, τη διαφορά της χρονικής κλίμακας ανάμεσα σε γρήγορους και αργούς ταξιδιώτες όπως την προβλέπει η θεωρία της σχετικότητας, και πώς όλα αυτά επιδρούν πάνω στις ανθρώπινες σχέσεις, πώς τους θέτουν μπροστά σε μεγάλα διλήμματα, πώς τους οδηγούν σε αδιέξοδα. Ως δείγμα της προσήλωσής του στην επιστημονική εγκυρότητα έχει ως επιστημονικό σύμβουλο και πηγή έμπνευσης έναν από τους διασημότερους φυσικούς της εποχής μας, τον Kip Thorne. Έχει επίσης στην αρχή της ταινίας προσθέσει ένα πολύ ενδιαφέροντα διάλογο στο σχολείο των παιδιών του πρωταγωνιστή. Οι δάσκαλοι παραπονιούνται ότι ο πατέρας των παιδιών τους δηλητηριάζει το μυαλό βάζοντάς τα να πιστεύουν ότι ο άνθρωπος έχει ταξιδέψει στο φεγγάρι, όταν όλα αυτά έχουν αποδειχτεί απάτες, όταν δηλαδή τελικά έχουν θριαμβεύσει οι θεωρίες συνωμοσίας. Πρόκειται για μια τραγική ειρωνεία, μιας και μετά από πολύ λίγο αποδεικνύεται πόσο σφαλερές είναι τέτοιες απόψεις. Σε μια περαιτέρω δήλωση πίστης στην επιστήμη γίνονται για τα γυρίσματα της ταινίας πρωτόγνωρες προσομοιώσεις για την απεικόνιση μιας μαύρης τρύπας. Αν συνέχιζε έτσι ο σκηνοθέτης θα είχε πιθανότατα κατοχυρώσει την σημαντική καινοτομία να αποδώσει τους καημούς που αναμένεται να δημιουργήσει στο διάστημα η φυσική, όπως βέβαια τη γνωρίζουμε σήμερα.

Και ξαφνικά αρχίζουν οι τετριμμένες λοξοδρομήσεις. Το διαστημόπλοιο ορμάει σε μια “σκουληκότρυπα” (wormhole), που για την ώρα είναι έννοια γνωστή μόνο ως λύση εξισώσεων και ουδείς γνωρίζει αν υπάρχει στο σύμπαν, όχι μόνο γιατί ποτέ κανείς δεν είδε καμμία, αλλά και γιατί οι ίδιες οι συνθήκες που προβλέπουν τα μαθηματικά δεν έχει ποτέ διαπιστωθεί να ισχύουν. Φυσικά, αφού μπήκαμε που μπήκαμε, στη συνέχεια βλέπουμε τα κλασσικά, τα τρεχάτα αστέρια και τα παρόμοια. Ύστερα, προς το τέλος της ταινίας, ο πρωταγνωστής μπαίνει σε μια μαύρη τρύπα. Παραλείπω την απεικόνιση του τι είδε και τι του συνέβη εκεί μέσα, γιατί ο σκηνοθέτης ίσως θα απαντήσει πως πρόκειται για τις τελευταίες του παραισθήσεις. Παραβλέπω ακόμη και τα πηγαινέλα του πρωταγωνιστή στο χωροχρόνο και την ικανότητά του να μεταδίδει πληροφορία σε επιλεγμένα του σημεία. Περισσότερο με ενόχλησε ότι στο τέλος της ταινίας εμφανίζεται αρτιμελής και άθικτος να έχει βγει κι επιστρέψει από τη μαύρη τρύπα στο ηλιακό μας σύστημα, όταν η ύλη του θα έπρεπε να είχε απλώς προστεθεί σε μια άμορφη σούπα σωματιδίων και να είχε μείνει εκεί για πάντα, έστω ως θυσία υπέρ όσων βοήθησε να γλυτώσουν, όπως συνέβη καλή ώρα στο "Gravity".

Πού είναι το πρόβλημα; Ταινία δεν κάνουμε; Ναι, αλλά ή κάνουμε επιστημονικά θεμελιωμένη, ή φανταστική ταινία, όχι δύο σε ένα. Αλλιώς οδηγούμε τον αθώο θεατή σε απίστευτη σύγχυση, τη μεγαλύτερη που έχω ζήσει ποτέ σε τέτοια ταινία. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι στο τέλος ο μέσος θεατής θα είναι πεισμένος για τα πηγαινέλα στο χωροχρόνο, για μέσα-έξω στις μαύρες τρύπες, θα είναι ευτυχής που μπορούμε να ταξιδέψουμε μέσα απ’ τις σκουληκότρυπες κι ίσως τελικά να αρχίσει να υιοθετεί και μερικές απ’ τις θεωρίες συνωμοσίας.

Comments

Popular posts from this blog

Τι είδε ο Έλληνας στην Ιαπωνία

Συνηθισμένα σφάλματα

Οι Καλόγεροι του Αιγαίου κι άλλα μυστήρια