Για την Άρτεμι του Andy Weir

Δεν είχα κανένα σκοπό να γράψω μια κριτική για το βιβλίο με τίτλο Άρτεμις του Andy Weir. Δεν είχα καν ιδέα ποιος είναι. Το βιβλίο το είδα στα ράφια ενός βιβλιοπωλείου τις μέρες που άρχισε να κυκλοφορεί, κάπου στα μισά του Νοέμβρη του περασμένου έτους, δηλαδή λιγότερο από δυο μήνες πρωτύτερα. Είχε ένα εξαιρετικά καλοσχεδιασμένο μινιμαλιστικό εξώφυλλο, σε αποχρώσεις του μαύρου. Δεν το αγόρασα τότε.

Τελικά το πήρα ως ebook γύρω στον ένα μήνα αργότερα και το τέλειωσα προχτές, με την ευκαιρία των γιορτών. Κι όπως είπα παραπάνω, δεν είχα κανένα σκοπό να γράψω μια κριτική του. Όμως σήμερα, πιο νωρίς, έχοντας ήδη κάνει μια μικρή αποτίμηση μέσα μου, έψαξα στο Internet με τις λέξεις andy weir artemis review. Βγήκαν κείμενα από Guardian, Gizmondo και Washington Times. Είναι πιθανό να βγουν τα ίδια σ' όποιον κάνει την ίδια αναζήτηση και μπορεί να τα διαβάσει μόνος του, μαζί με οποιαδήποτε άλλα εμφανισθούν ως τότε.

Η πρώτη μου διαπίστωση ήταν ότι όλοι συγκρίνουν το δεύτερο βιβλίο του συγγραφέα με το πρώτο, The Martian. Το βιβλίο όμως αυτό δεν το έχω διαβάσει, μολονότι όταν αγόρασα το Artemis είχα κατάλαβα πια ποιος είναι ο συγγραφέας και γιατί φαινόταν εξ αρχής να υπάρχει ένα έντονο, σχεδόν ακατανόητο, ενδιαφέρον για τη νέα έκδοση. Έχω δει την ταινία, αλλά όπως είναι γνωστό σε όσους βλέπουν ταινίες έχοντας διαβάσει μυθιστορήματα, οι δεύτερες έχουν μικρή σχέση με τα πρώτα, ακόμη κι όταν προσπαθούν να είναι πιστές στο λογοτεχνικό έργο. Η ταινία ήταν μια ιδιαζόντως "ρεαλιστική" απόπειρα επιστημονικής φαντασίας για ένα ζήτημα που τα τελευταία χρόνια μπαίνει όλο και πιο πολύ στο προσκήνιο, την πιθανή αποστολή στον Άρη, ειδικά τώρα που έχει ξεκάθαρα μπει στο στόχαστρο του Elon Musk. Ωστόσο το ίδιο ρεαλιστικό ήταν και το Gravity, του οποίου δεν είχε προηγηθεί ένα βιβλίο, αλλά μόνο το εξαιρετικό σενάριο του Alfonso Cuaron και του γιου του. Ένα στιβαρό σενάριο είναι το πολύ που θα περάσει στην ταινία από ένα βιβλίο, αλλά αυτό είναι τόσο λίγο κομμάτι απ' το αρχικό έργο, που η απουσία του μπορεί να περάσει απαρατήρητη, όπως δείχνει η ομοιότητα των δυο παραπάνω ταινιών. Για να μην προσθέσω και το πολύ γνωστό, ότι ένα βιβλίο με λογοτεχνική αξία σπάνια καταλήγει σε μια καλή ταινία, ενώ ένα μέτριο λογοτεχνικά, αλλά με μπόλικη δράση και πολιτικές προεκτάσεις (π.χ. ένα πολιτικό θρίλερ), έχει πολύ περισσότερες πιθανότητες.

Όλες, λοιπόν, οι κριτικές που έτυχε να διαβάσω συμφωνούν στο ότι το Artemis ήταν λιγότερο καλογραμμένο απ' το Martian, ζήτημα που δεν μπορώ να εκτιμήσω μην έχοντας διαβάσει το τελευταίο, αλλά που μου δίνει παράλληλα τη δυνατότητα να διαμορφώσω άποψη πιο αυτόνομα. Μια δεύτερη διαπίστωση που έκανα για τις παραπάνω κριτικές ήταν ότι οι συγγραφείς τους δεν προσπάθησαν ιδιαίτερα να το συνδέσουν με άλλα έργα στη γενικότερη περιοχή της επιστημονικής φαντασίας. Ο ένας απ' αυτούς τους κριτικούς (στην Washington Times) είναι ο Fred J. Eckert, πρώην διπλωμάτης και σύμβουλος του Donald Reagan, αξιοσέβαστο πρόσωπο, αλλά πιθανότατα πιο κατάλληλος να γράψει κριτική για το House of Cards, παρά για το Artemis. Ο Eric Brown από τον Guardian περιορίζεται στο να πει ότι θυμίζει νεανικό έργο του Robert Heinlein διακοσμημένο με βρισιές ("Heinlein juvenile with added F-words").

Δεν ισχυρίζομαι ότι η επιστημονική φαντασία είναι μια περιοχή που την έχω εξαντλήσει και μάλιστα έχοντάς την εξερευνήσει σε πιο νεανικά μου χρόνια ίσως έχω αρχίσει πια να ξεχνάω. Όμως όσο μπορώ να θυμηθώ η εμμονή όλων σχεδόν των συγγραφέων ήταν με κόσμους φανταστικούς, στους οποίους έφταναν είτε γράφοντας περισσότερο με τη φαντασία παρά με την επιστήμη, είτε, οι πιο σοβαροί απ' αυτούς, βάζοντας μια σειρά από υποθέσεις, συνήθως πέρα απ' τα όρια της γνωστής επιστήμης. Πολλές απ' αυτές οδηγούν σε συναρπαστικούς κόσμους και κάποια από τα έργα που έχουν προκύψει είναι ιδιαίτερα ενδιαφέροντα επιστημονικά σενάρια του είδους "τι θα μπορούσε να συμβεί αν ίσχυε αυτό κι εκείνο". Δεδομένου ότι έγραψα τη δεκαετία του '90 με 2000 κάμποσα σενάρια χρήσης νέων τεχνολογιών στα πλαίσια ερευνητικών προγραμμάτων (με τελικό στόχο τον σχεδιασμό των αντίστοιχων συστημάτων), θα έλεγα ότι μερικά απ' αυτά τα έργα είναι πολύ κοντά σε ένα καθαρά επιστημονικό έργο, πάντοτε όμως αν ίσχυαν οι συγκεκριμένες συνθήκες. Ο Ιούλιος Βερν και ο Ισαάκ Ασίμοφ σε κάμποσα έργα τους έμειναν πιστοί στην ιδέα της κατά το δυνατό ακριβέστερης περιγραφής μιας μελλοντικής ή εναλλακτικής πραγματικότητας. Λίγο ως πολύ όμως όλοι παρασύρονταν από τη φαντασία τους και υπέκυπταν στον πειρασμό να οικοδομήσουν με περισσή φιλοδοξία τεράστιους κόσμους, να εξηγήσουν την τεχνολογία τους, την πολιτική και κοινωνική τους δομή, με τους ήρωές τους να σώζουν πλανήτες ολόκληρους ή σύμπαντα. Tο Dune του Frank Herbert είναι αντιπροσωπευτικό του είδους. To Interstellar συνέχισε πρόσφατα στον κινηματογράφο αυτήν την παράδοση, καθώς και νωρίτερα το Total Recall, παρ' όλο που το δεύτερο κράτησε παράμερα και μια μικρή ειρωνεία, υπονοώντας ότι ίσως όλα να συνέβησαν στο μυαλό μόνο του ήρωα.

O Andy Weir δεν προσπαθεί τίποτε απ' τα παραπάνω. Η φαντασία του διαμορφώνει τον κόσμο που περιγράφει στον ελάχιστο δυνατό βαθμό, αποστρέφεται τις αυθαίρετες επιστημονικές υποθέσεις. Προσπαθεί να εκμεταλλευτεί στο έπακρο ό,τι γνωρίζουμε σήμερα για τον κόσμο που περιγράφει, εν προκειμένω για το περιβάλλον στη Σελήνη ή τον Άρη. Μέσα σ' αυτόν τον κόσμο τον σχεδόν έτοιμο τοποθετεί τους ήρωές του, χτίζοντας μια προσομοίωση (έννοια που ξέρει καλά ως προγραμματιστής υπολογιστών). Οι ήρωες κάνουν ό,τι νομίζουν κι ό,τι είναι συμβατό με τις προθέσεις τους, αλλά το τελικό αποτέλεσμα διαμορφώνεται από τους δεδομένους φυσικούς νόμους. Το μοντέλο αυτό είναι πιο κοντά επίσης σ' ένα adventure game, ίσως το ιδανικό βιβλίο για ένα προγραμματιστή θα ήταν εκείνο που γράφεται μόνο του από τον "αναγνώστη" μέσα σ' ένα κόσμο που δημουργεί ένας "συγγραφέας". Ο συγκεκριμένος συγγραφέας θα προτιμούσε πιθανότατα να γράψει πρώτα τον κώδικα προσομοίωσης για το σεληνιακό περιβάλλον κι ύστερα να κινήσει μέσα του τους ήρωές του, παρατηρώντας απλώς και καταγράφοντας τις σχετικές αλληλεπιδράσεις. Ωστόσο ένα τέτοιο πρόγραμμα, που ίσως δεν είναι έξω από τις σημερινές τεχνικές δυνατότητες, θα ήθελε για να γραφτεί κόπο της τάξης των εκατό ανθρωποετών. Επομένως προτίμησε να κάνει την προσομοίωση μέσα στο μυαλό του για την ώρα.

Θα κάνω μια μικρή παρένθεση σ' αυτό το σημείο: Το "ευέλικτο" μυθιστόρημα είναι, ομολογουμένως, ένα παλιότερο όνειρο. Πριν λίγες δεκαετίας, όταν εμφανίστηκαν στους υπολογιστές οι πρώτες πρωτόγονες "περιπέτειες" (computer adventures) κάποιοι είχαν φιλοδοξήσει να γράψουν με τον τρόπο αυτόν ένα κανονικό μυθιστόρημα, που θα είχε ίσως πολλαπλές όμως δυνατότητες εξέλιξης, ανάλογα και με τα κέφια και την εμπλοκή του αναγνώστη. Ο Steve Jobs τότε χάρισε ένα υπολογιστή στον Umberto Eco (που καθόταν πάνω στις δάφνες του Ονόματος του Ρόδου), με σκοπό να υλοποιηθεί ένα τέτοιο project, όμως δεν υπήρξε κανένα ορατό αποτέλεσμα. Ο Eco έγραψε απλώς το Εκκρεμές του Foucault σε επεξεργαστή κειμενου κι έκανε και μερικές μάλλον παιδαριώδεις δοκιμές που περιγράφονται στο μυθιστόρημα.

Κλείνοντας την παρένθεση κι επιστρέφοντας στο Artemis, η σχεδόν μονομανία του Andy Weir να παρουσιάσει τις συνέπειες των πράξεων των ηρώων του σ' ένα κόσμο που κυβερνιέται από τους ίδιους μεν φυσικούς νόμους, αλλά σε διαφορετικό περιβάλλον (κυρίως μειωμένη βαρύτητα και κενό αέρος) είναι αυτό που δημιουργεί όλη την πλοκή. Σε ελάχιστα σημεία μόνο "παρασύρεται" στην εκμετάλλευση νόμων από άλλες επιστήμες που δεν καλοξέρει και που έχουν να κάνουν με την κοινωνία, την πολιτική και την οικονομία. Η ηρωίδα έχει βασικό κίνητρο να βελτιώσει της οικονομική της κατάσταση, εκμεταλλευόμενη στο έπακρο το δεδομένο περιβάλλον.

Μέχρι το μέσο του βιβλίου πίστευα επίσης ότι ο συγγραφέας, όντας πιθανότατα καταθλιπτικός, δεν θα είχε παρασυρθεί σε μοντέλα δράσης του τύπου "save the planet". Αν είχε πιο μεγαλεπήβολα σχέδια θα έβαζε ίσως το θέμα του σε μια μεγάλη σεληνιακή πόλη, μερικές εκατοντάδες χρόνια από σήμερα, γεγονός που θα του έδινε όλη την ελευθερία να τη διαμορφώσει όπως νομίζει. Προτίμησε όμως μια μικρή, πρωτόγονη, "βασική" αποικία λίγες δεκαετίες πιο πέρα από τη σημερινή εποχή. Η ηρωίδα του δεν είναι του τύπου του σούπερ-ήρωα, είναι ίσως αρκετά πιο έξυπνη από το μέσο όρο (για να μπορεί να δικιολογήσει το πώς καταφέρνει να επιβιώσει μέσα στις αντιξοότητες), αλλά το βασικό της προσόν είναι ότι είναι καλά προσαρμοσμένη στο περιβάλλον της, είναι παιδί της Σελήνης. Η ηρωίδα είναι περίπου απένταρη, κάνει μια δουλειά νόμιμη για τη βιτρίνα, που συνδυάζεται με μια δεύτερη παράλληλη παράνομη δραστηριότητα για να συμπληρώνει το εισόδημά της.

Τελικά υπέκυψε στον πειρασμό αυτόν. Με τις χαριτωμένες της παρανομίες κινδυνεύει όλη η κοινωνία της σεληνιακής αποικίας. Δεν ξέρω αν όλα αυτά έγιναν με χαρά από τον Andy Weir ή αν ήταν ιδέα ενός editor, που του επιβλήθηκε από τον εκδοτικό οίκο για να τον σπρώξει σ' ένα πιο εμπορικό δρόμο, στην κατεύθυνση μιας ταινίας μεταξύ άλλων. Αυτό, το δεύτερο μυθιστόρημά του, γράφτηκε σίγουρα σε πολύ διαφορετικές συνθήκες απ' το πρώτο, όπου αυτός ήταν ακόμη άγνωστος και προχώρησε σε αυτοέκδοση, που είχε βέβαια μια απρόσμενη συνέχεια πουλώντας γύρω στα πέντε εκατομμύρια αντιτύπων. Περιττό να πω ότι θα ήμουν πολύ χαρούμενος και χωρίς το blockbuster κομμάτι στο Artemis.

Μερικοί απ' τους κριτικούς προσπάθησαν (και σίγουρα θα προσπαθήσουν κι άλλοι) να κρίνουν το μυθιστόρημα με κλασσικά λογοτεχνικά κριτήρια, ανάμεσά τους κι αν η ηρωίδα παρουσιάζεται με πειστικό τρόπο, ιδιαίτερα μιας και το κείμενο είναι γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο (από συγγραφέα άντρα που προσπαθεί να περιγράψει την ψυχοσύνθεση μιας γυναίκας, εγχείρημα αφ' εαυτού δύσκολο). Η ηρωίδα έχει χιούμορ, συχνά αυτοσαρκάζεται. Οι αποφάσεις της δεν είναι πάντοτε οι καλύτερες. Ωστόσο βασική πρόθεση του συγγραφέα, πέρα από το να την κάνει χαριτωμένη, είναι να περιγράψει το πώς το ιδιαίτερο και βασικά κλειστοφοβικό σεληνιακό περιβάλλον διαμορφώνει την ψυχολογία των ατόμων που ζουν εκεί για όλη τους τη ζωή.

Το σημείο που δεν με έπεισε ήταν το εξής: Η ηρωίδα κάνει μεγάλες προσπάθειες για να μη γυρίσει ποτέ στη Γη, απ' όπου ξενιτεύτηκε πολύ μικρή. Το επιχείρημα που προσφέρει ο συγγραφέας και πάλι έρχεται από τη φυσική και τη βιολογία: Θα χρειαζόταν μήνες γυμναστικής για να ξαναπροσαρμοστεί στη γήινη βαρύτητα. Έτσι έχει εγκαταλείψει ακόμη και την ιδέα για περιστασιακό τουρισμό στον μητρικό πλανήτη. Περιέργως πως, ενώ ζει σ' ένα κόσμο περιορισμένο και γκρίζο, δεν ονειρεύεται τις λαμπερές παραλίες της Γης που τις λούζει το κύμα και τις φυσάει ο αγέρας, ούτε τα ψηλά χιονισμένα βουνά, ούτε την ελευθερία να κινείται κάποιος στον ανοιχτό χώρο χωρίς ειδική στολή.

Η βασική ιστορία είναι ένα πολιτικό και οικονομικό θρίλερ, βασισμένο και πάλι, φυσικά, στις σεληνιακές ιδιαιτερότητες. Είναι δηλαδή θέμα πιασάρικο από χέρι. Αλλά το μυαλό του συγγραφέα, όπως εξήγησα και παραπάνω, είναι αλλού και φεύγει με το παραμικρό. Έτσι εκεί που η δράση, καλώς ή κακώς, φτάνει στο απόγειο, εκείνος μπαίνει και μένει για σελίδες και σελίδες στη μικροσκοπικού επιπέδου τεχνική περιγραφή της κατάστασης. Ελάχιστοι αναγνώστες θα μπορούσαν να υποφέρουν κάτι τέτοιο μέσα σε μυθιστόρημα. Προσωπικά ομολογώ ότι αυτές τις σελίδες τις ξεπέταξα. Ήδη το μυθιστόρημα αυτό δεν είναι για τον καθένα, ο αναγνώστης πρέπει να είναι κάπως techno-freak για να ξεπεράσει αισίως το φράγμα των πρώτων δέκα-είκοσι σελίδων. Αλλά ούτε κι αν ανήκει σ' αυτήν την κατηγορία μου φαίνεται ότι θα μπορέσει να αντέξει αυτές τις πολύ "σκληρές" τεχνικές περιγραφές του στυλ manual ενός μηχανήματος.

Το κέρδος όμως από όλα αυτά είναι ότι ο φιλομαθής αναγνώστης βγαίνει κερδισμένος έχοντας μάθει με αρκετό ρεαλισμό ποιο θα μπορούσε να είναι το άμεσο μέλλον μας στο διπλανό μας δορυφόρο, πως δουλεύει εκεί η φυσική, ποιες οικονομικές διεξόδους μας δίνει, πώς θα μπορούσε ίσως να είναι εκεί η ψυχολογία μας. Κι έχει ρουφήξει λίγη απ' την ατμόσφαιρα της ζωής εκεί. Είναι ένα έργο που θα έκανε την ερώτηση "business or pleasure?" περιττή, συνδυάζοντας και τα δύο.

Comments

Popular posts from this blog

Η Ρόδος το χειμώνα

Οι Καλόγεροι του Αιγαίου κι άλλα μυστήρια

Στο Αιγαίο με τη θαλαμηγό του Harry Gordon Selfridge