Στη Γερμανία του '80

Επειδή οι Έλληνες είναι μάγκες και παντογνώστες, επειδή νομίζουν ότι μπορούν να διαμαρτύρονται για όλα, ότι είναι βαθιά αδικημένοι, ότι η ανθρωπότητα τους χρωστάει αυτοδίκαια και αυτόματα μια καλύτερη τύχη, θα μιλήσω για τη ζωή άλλων, όχι στον τρίτο κόσμο, αλλά μέσα στην Ευρώπη, μήπως και κάπως επαναπροσδιοριστεί το αυτονόητο και το default. Θα τα πω σε δυο συνέχειες, μια για τη Γερμανία και μια για τη φίλη μας τη Σερβία.

Η Γερμανία σίγουρα δεν είναι μια χώρα του τρίτου κόσμου, δεν είναι φτωχή με οποιοδήποτε κριτήριο και μέτρο σύγκρισης, τουλάχιστο σε ό,τι αφορά σε μέσους όρους. Όπως παντού, μπορείς κι εκεί να βρεις άστεγους και πεινασμένους, αλλά δεν είναι αυτή η αντιπροσωπευτική μεγάλη εικόνα της κοινωνίας της.

Πήγα στη Γερμανία πρώτη φορά στο τέλος της δεκαετίας του '70, φοιτητής ακόμη, μαζί με μια φοιτήτρια φίλη μου. Μας φιλοξένησε μια γνωστή της, που την ήξερε από παιδί, η κυρία Μίλερ. Η πρώτη μου εικόνα απ' το Essen, όπου φτάσαμε αεροπορικώς, ήταν μαυρισμένα κτήρια από τούβλο. Αναρωτήθηκα, "μα είναι τόσο φτωχοί που δε μπορούν να τα καθαρίσουν ή να τα βάψουν, ώστε να φύγει λίγη απ' τη μαυρίλα και να ανοίξει λίγο το χρώμα τους μέσα στη μαυρίλα του χειμώνα;" Πλησίαζαν Χριστούγεννα.

Η κυρία Μίλερ ήταν μια ηλικιωμένη κυρία, γύρω στα εβδομήντα. Έμενε σ' ένα σπίτι μικρό, πολύ μικρό, κλειστοφοβικό. Το σπίτι ήταν γεμάτο ρολόγια, όλων των ειδών, του τοίχου, επιτραπέζια, με εκκρεμή, με μπάλες που γύριζαν, με όλων των ειδών τους μηχανισμούς. Μόλις έκλεισε η πρώτη ολόκληρη ώρα άρχισαν όλα μαζί να χτυπούν δαιμονισμένα. Μας είπε ότι της τα είχε χαρίσει όλα ο ανηψιός της.

Ο ανεψιός ήταν ένας θηριώδης τύπος, όπως φανταζόμουν τους σταυροφόρους απ' τα μυθιστορήματα, αυτούς που χτυπούσαν μια με το σπαθί και καθάριζαν πέντε στη μάχη. Ερχόταν τακτικά σπίτι κι έτρωγε, κυρίως αλλαντικά και τυριά. Κατάλαβα αργότερα ότι σε όλες τις γιορτές της χάριζε κάποιο από τα ρολόγια του μαγαζιού του, ήταν ρολογάς. Όχι μόνο τα είχε αγοράσει στη χονδρική, αλλά υπολόγιζε χωρίς άλλο ότι σε λίγο καιρό η θεία του, που είχε βηματοδότη, θα περνούσε στον άλλο κόσμο και θα του έμεναν πίσω τα ρολόγια για πούλημα.

Παρ' όλο που ο ανεψιός μπαινόβγαινε στο σπίτι κι ανοιγόκλεινε κατά βούληση το ψυγείο, εγώ ως φιλοξενούμενος δεν είχα πρόσβαση στο τελευταίο, αυτό μου το έκανε σαφές απ' την αρχή. Η φιλοξενία σήμαινε συγκεκριμένα δικαιώματα, που ελαχιστοποιούσαν τον οποιοδήποτε οικονομικό αντίχτυπο της παρουσίας μου. Μάλιστα επειδή ήταν "ανήθικο" να κοιμάμαι κάτω από την ίδια στέγη με τη φίλη μου, με έστειλε σε μια εξ ίσου ηλικιωμένη φίλη της που μου παρείχε απλώς κρεβάτι τα βράδια. Τη φίλη της αυτή τη θεωρούσε κοινωνικά κατώτερη, αλλά η τελευταία ήταν πιο ζεστός άνθρωπος και κάθε βράδυ μου έψηνε ένα μήλο πάνω στη μαντεμένια της ξυλόσομπα.

Όταν πήγαμε στο σουπερμάρκετ για να αγοράσουμε τα δικά μας τρόφιμα, η λέξη που ήταν παντού γραμμένη με τεράστια γράμματα και πολλές φορές ήταν η λέξη "sparen" - εξοικονομήστε, ξοδέψτε λιγότερα λεφτά. Οι τιμές έληγαν πάντοτε σε 99 εκατοστά του μάρκου και πάντοτε το ένα λεπτό το επέστρεφε ο ταμίας.

Η κυρία Μίλερ έπλενε τα πιάτα εννοείται στο χέρι, αλλά χωρίς ποτέ να τα ξεπλένει, γιατί ήταν σπατάλη νερού. Τα σκούπιζε απ' ευθείας με τον αφρό. Κάτι ανάλογο ίσχυε και με το πλύσιμο του σώματος στο μπάνιο. Το νερό που έβγαινε απ' τη βρύση πάντοτε ήταν το απολύτως απαραίτητο. Έλεγε πως δεν πινόταν γιατί το δηλητηρίαζαν οι Ρώσοι, άσχετα που έπεφταν στο ποτάμι τα απόβλητα όλης της βαριάς βιομηχανίας.

Σαν πλησίασαν τα Χριστούγεννα η οικοδέσποινά μας αποφάσισε να μας πάρει και να μας πάει εκδρομή σε πιο ρομαντικό περιβάλλον έξω απ' την πόλη, σε μια βίλλα φίλης της στις παρυφές ενός δάσους. Η κυρία αυτή ήταν χήρα ενός μηχανικού εταιρίας των Κρουπς, ο οποίος της άφησε μια σύνταξη και το σπίτι. Ζέσταινε τα μισά δωμάτια για να κάνει οικονομία. Φυσικά έμενα, για λόγους τήρησης της ηθικής τάξης, μόνος σε χωριστό δωμάτιο. Για κακή μου όμως τύχη υπήρχε διαθέσιμο δωμάτιο στο μη θερμαινόμενο κομμάτι του σπιτιού, το οποίο διατηρούνταν σε θερμοκρασία συντήρησης τροφίμων, δηλαδή στους πέντε βαθμούς πάνω απ' το μηδέν. Μετά από λίγη ώρα προσπάθειας να κοιμηθώ κατάλαβα ότι με περίμενε πνευμονία κι άρχισα να διερευνώ λύσεις. Βρήκα στην ντουλάπα ένα κρυμμένο ηλεκτρικό καλοριφέρ και το άναψα μέχρι να γλυκάνει λίγο η ατμόσφαιρα. Το άλλο πρωί οι γιαγιάδες με έψαλαν για την κατάχρηση. Τους είπα ότι θα πλήρωνα το παραπάνω ρεύμα και η συζήτηση έληξε. Όταν πέρασαν τα Χριστούγεννα η ιδιοκτήτρια της βίλλας μου είπε να διαλέξω ένα από τα βιβλία του μακαρίτη και μου το έκανε δώρο.

Την Πρωτοχρονιά ήταν τα γενέθλια της κυρίας Μίλερ και για την ίδια το γεγονός της χρονιάς. Είχε κλείσει ένα τραπέζι για καμιά τριανταριά άτομα και είχε καλέσει φίλους και συγγενείς της, μαζί κι εμάς. Την παραμονή πήγε με τον ανεψιό της στην τράπεζα κι έβγαλε από τη θυρίδα τα χρυσαφικά της για να τα βάλει στη γιορτή. Τη φίλη της, αυτή που με φιλοξενούσε τα βράδια, δεν την κάλεσε γιατί ήταν κοινωνικά κατώτερη, και φυσικά για να αποφύγει τα έξοδα ενός ακόμη ατόμου.

Ήταν φτωχή η Γερμανία του '70; Σίγουρα ήταν η βιτρίνα της Δυτικής Ευρώπης, που απορροφούσε πόρους και στήριξη προκειμένου να καταδείξει τη ευημερία του δυτικού κόσμου απέναντι στον υπαρκτό σοσιαλισμό και πολύ συγκεκριμένα προς την άλλη μισή Γερμανία, την Ανατολική. Οι Γερμανοί δεν ήταν φτωχοί πάνω στον παγκόσμιο χάρτη, με οποιαδήποτε κριτήρια. Ωστόσο το μυαλό τους ήταν πάντοτε προσανατολισμένο στην οικονομία και στην αποδοτικότητα. Ήταν ένας άλλος κόσμος για μας, όταν εμείς πάντοτε ξοδεύαμε απλόχερα όσα λεφτά είχαμε, και κυρίως όσα δεν είχαμε.

Αν αυτό είναι ένα παράδειγμα του πώς σκέφτονται αυτοί που έχουν, στην επόμενη συνέχεια θα μιλήσω, ελπίζω, για το πού βρίσκεται ο ευρωπαϊκός πάτος του βαρελιού γι' αυτούς που δεν έχουν. Σίγουρα είναι πολύ μακριά από τις δικές μας αυταπάτες.

Comments

Popular posts from this blog

Τι είδε ο Έλληνας στην Ιαπωνία

Συνηθισμένα σφάλματα

Οι Καλόγεροι του Αιγαίου κι άλλα μυστήρια