" Κάτω Παρτάλι" παρά θιν' αλός

Για τους μη γνωρίζοντες τα ελληνικά πράγματα "Κάτω Παρτάλι" λεγόταν μια επιτυχημένη ελληνική τηλεοπτική σειρά που παίχτηκε τον περασμένο χειμώνα και διακωμωδούσε τις αντιθέσεις της αστικής και της αγροτικής ζωής.

Λογικό θα ήταν βέβαια το Κάτω Παρτάλι, ένα χωριό της επαρχίας, να ήταν και παραθαλάσσιο, αφήνοντας τα βουνά για το Πάνω Παρτάλι. Σ' ένα παραθαλάσσιο τέτοιο χωριό, σ' ένα νησί, πέρασα μέρος του Ιουλίου. Το ακριβές μέρος είναι γνωστό στους φίλους, αλλά η ταυτότητά του είναι γενικότερα αδιάφορη μιας και οι καταστάσεις που θα περιγράψω θα μπορούσαν να συμβούν παντού.

Το σπίτι ήταν πάνω στην "εθνική οδό" που βέβαια συμβαίνει να είναι απλώς ο πάνω δρόμος του χωριού. Η "εθνική οδός" άλλοτε ήταν προνόμιο μερικών αυτοκινήτων την ημέρα. Με την έννοια αυτή ήταν αδιάφορο αν περνούσε ανάμεσα σε σπίτια. Σήμερα όμως περνούν όλοι οι επαγγελματίες, υπάλληλοι που τυχαίνει να δουλεύουν στη μια πλευρά του νησιού και να κατοικούν στην άλλη, οι λουόμενοι το καλοκαίρι και οι νταλίκες που μεταφέρουν προϊόντα από και προς το λιμάνι όπου συμβαίνει η συντριπτική πλειοψηφία αφίξεων οχηματαγωγού. Οι νταλικέρηδες είναι καταφανώς εξαγριωμένοι από τη κατάσταση του οδικού δικτύου και προκειμένου να μην έρθουν μούρη με μούρη με άλλη νταλίκα η πούλμαν δεν διστάζουν να κορνάρουν κατά μήκος του εθνικού δρόμου του χωριού οποιαδήποτε ώρα, αυξάνοντας έτσι τα ντεσιμπέλ που ούτως ή άλλως δημιουργούν οι ξεβιδωμένες τους καρότσες. Σ' αυτούς πρέπει να προστεθούν οι μαγγίτες με τις ψιλοφτιαγμένες μηχανές, οι φιλόμουσοι νέοι με τα "σπορ" αυτοκίνητα τα εξοπλισμένα με θηριώδη ηχεία, και τα κακοσυντηρημένα "πρα-πρα", δηλαδή τα άθλια μηχανάκια που νοικιάζουν τα τουριστικά γραφεία στους (πιθανότατα μη έχοντες άδεια οδήγησης) άτυχους τουρίστες. Όλα αυτά δημιουργούν μια εκκωφαντική "μουσική" απ' τις έξι-εφτά το πρωί χοντρικά ως λίγο μετά τα μεσάνυχτα, χωρίς βέβαια να αποκλείεται οποιαδήποτε άλλη ώρα.

Βεβαίως βελτιώσεις του δρόμου γίνονται, αλλά εκεί όπου είναι εύκολες. Δεν διαπλατύνονται τα δύσκολα σημεία δίπλα στη θάλασσα και δεν υπάρχει σκέψη για περιφερειακό που θα γλυτώσει απ' τη φασαρία το μισό χωριό (γιατί το άλλο μισό, αυτό του κάτω δρόμου, έχει άλλο πρόβλημα, όπως θα δούμε παρακάτω). Μια παλιότερη σκέψη ήταν να γίνουν ο πάνω κι ο κάτω δρόμος μονόδρομοι (όπως τώρα στον ... υπέροχο Πειραιά), κατασκευάστηκε μάλιστα κι ένα τσιμεντένιο γιοφύρι για να υπερπηδηθεί ένα ποτάμι απ' την προέκταση του κάτω δρόμου. Το γιοφύρι είναι σήμερα ένα ακόμη μνημείο άδικα ξοδεμένων κονδυλίων. Κανένα αυτοκίνητο δεν πέρασε ποτέ από πάνω του. Αυτό όμως είναι σταγόνα στον ωκεανό μπροστά στο "νέο λιμάνι" του νησιού, που βγήκε αμέσως μόλις κατασκευάστηκε ελαττωματικό και άχρηστο, χωρίς φυσικά να θεωρηθεί κανείς υπεύθυνος γι' αυτό το χάλι. Αυτό όμως είναι άλλο ζήτημα ...

Τι θα γινόταν όμως αν δεν υπήρχε η μάστιγα των αυτοκινήτων; Δεν θα υπήρχε ένα ειδυλλιακό τοπίο; Για να δούμε ...

Ένα πρωί, σχεδόν μόλις είχα φτάσει στο χωριό, λίγο μετά τις έξι τ' αυτιά μου βούιξαν από ηλεκτρική σκούπα. Δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτε άλλο εκτός από το ότι ο γείτονας καθάριζε το αυτοκίνητό του. Δεν είχα καν το κουράγιο να σηκωθώ να δω ποιος ήταν και τι έκανε, αλλά σίγουρα κράτησε ώρα πολλή η διαδικασία, π.χ. απ' τις έξι ως τις εφτά.

Στο άλλο γειτονικό σπίτι οι ένοικοί του, πρώην κάτοικοι εξωτερικού, λύνουν τις διαφορές τους με δυνατή φωνή σε περίεργες ώρες, κατά προτίμηση γύρω στις τρεις μέσα στη νύχτα, καθώς και τα μεσημέρια πάλι γύρω στις τρεις. Αυτό συμβαίνει σχεδόν κάθε μέρα και κάθε νύχτα.

Ένα ζευγάρι που ζει σε κοντινό σπίτι αποφάσισε ένα βράδυ, που η ατυχία μ' έφερε στο κρεβάτι γύρω στις έντεκα και κάτι, να φέρει και να φορτώσει ένα φορτηγό στις εντεκάμιση, δώδεκα παρά. Όταν ξαναντύθηκα και κατέβηκα να δω τι συμβαίνει κι όταν διαμαρτυρήθηκα ότι σ' αυτό το χωριό κάποιος πρέπει να μπορεί τελικά κάποτε να κοιμηθεί, η κυρία μου είπε εν ολίγοις ότι (α) δεν ήταν ακόμη ώρα κοινής ησυχίας (τυπικά σωστό, αλλά θα είχε αξία αν τηρούνταν οι τέτοιες ώρες) και (β) ότι αυτοί ζουν εκεί όλο το χρόνο. Το τελευταίο δεν ξέρω πώς να το πάρω, ότι αυτοί μένουν ξάγρυπνοι όλο το χρόνο ή ότι όποιος μένει εκεί λιγότερο έχει μειωμένα δικαιώματα; Σκέφτηκα πως ήμουν πολύ τυχερός που δεν είχα μιλήσει με κανένα μαχαιροβγάλτη.

Θα έλεγε κανείς ότι άτυχοι είναι αυτοί που μένουν κυρίως στον πάνω δρόμο, ενώ στον κάτω ακούγεται μόνο το κύμα. Όμως ο κάτω δρόμος "φιλοξενεί" γύρω στις πέντε ταβέρνες, εκ των οποίων οι τρεις έχουν από μια "ελληνική βραδιά" σε διαφορετική μέρα της εβδομάδας.  Νομίζω ότι οποιοσδήποτε μη κουφός αποκλείεται να ησυχάσει σε μια ακτίνα μερικών εκατοντάδων μέτρων αν δεν ολοκληρωθούν επιτυχώς τα συρτάκια και τα καλαματιανά.

Αυτά να τα γράψω μήπως στην ατσαλάκωτη υπουργό τουρισμού;



Comments

Popular posts from this blog

Οι Καλόγεροι του Αιγαίου κι άλλα μυστήρια

Συνηθισμένα σφάλματα

Τι είδε ο Έλληνας στην Ιαπωνία