Ο Μάγος, του John Fowles

Την άνοιξη το κύμα μ’ έριξε για μερικές μέρες στις Σπέτσες. Ήταν στην αρχή της μεγάλης εβδομάδας, τότε που οι τουριστικοί προορισμοί είναι ακόμη ανθρώπινοι, που σπίτια ανοίγουν και κάμποσα παράθυρα μυρίζουν μπογιά. Έψαξα να βρω κανένα βιβλίο που να μιλάει για το νησί. Έτσι έπεσα πάνω στο «Μάγο» του Fowles, ένα απ’ τα υποτιθέμενα σπουδαία μυθιστορήματα του εικοστού αιώνα. Το νησί στο έργο λέγεται Phraxos, αλλά κι οι γάτες (της λογοτεχνίας) γνωρίζουν ότι πρόκειται για τις Σπέτσες.

Ο κεντρικός ήρωας είναι ένας νεαρός Άγγλος φιλόλογος, ο κύριος με το περίεργο επώνυμο Urfe, που προσπαθώντας να βρει εργασία καταλήγει να γίνει καθηγητής της αγγλικής σε ελληνικό εκπαιδευτήριο με εσωτερικούς μαθητές, δηλαδή στην Αναργύρειο και Κοργιαλένειο όπου εθήτευσε ο ίδιος ο Fowles. Παρά τη φυσική ομορφιά του νησιού, ουδείς μπορεί να αποτρέψει τη βαρεμάρα της επαρχιακής απομόνωσης. Την κατάσταση σώζει ο μυστηριώδης κύριος Κόγχις, μισός Έλληνας και μισός Άγγλος, ζάπλουτος γαιοκτήμων, απροσπέλαστος και με ύποπτο παρελθόν στη γερμανική κατοχή.

Ο κύριος Κόγχις περιβάλλεται από πρόσωπα-φαντάσματα, που κανείς άλλος πλην αυτού και του ήρωα δεν έχει συναντήσει, που προέρχονται από άλλες εποχές κοντινές και μακρινές, ενίοτε απ’ την ίδια τη μυθολογία. Τα πρόσωπα αυτά αναστατώνουν τη ζωή του κυρίου Urfe, ο οποίος δε μπορεί πλέον να ισχυρισθεί ότι η ζωή στο νησί είναι βαρετή, σε βαθμό που θα μπορούσε από την Κοργιαλένειο να καταλήξει στο Δρομοκαΐτειο.

Στο πρώτο μέρος ο Fowles φαίνεται να γράφει στην τύχη, να μην έχει αποφασίσει αν πρόκειται για φαντάσματα ή για ένα καλοστημένο θέατρο. Παρουσιάζει τον ήρωά του ως ρεαλιστή που προσπαθεί έντονα να αποκαλύψει τις μηχανές ενός διεστραμμένου. Αφήνει συγχρόνως αλλεπάλληλους υπαινιγμούς πως η ρεαλιστική αντιμετώπιση είναι λάθος. Μου θύμισε το σενάριο του Star Wars του George Lucas, που γι’ αλλού ξεκίνησε κι αλλού έφτασε, που ανακάλυψε στο δρόμο πως ο θεοσεβούμενος νεαρός αστροπιλότος Λουκάς έχει πατέρα τον σατανά τον προσωποιημένο.

Για χάρη όσων διαβάσουν το βιβλίο αργότερα δε θα πω πού κατέληξε ο συγγραφέας (στην περίπτωση που το ‘χει καταλάβει κι ο ίδιος). Δε μπορώ όμως να μη σημειώσω ότι κατά βάθος έπεσε σε μια φροϋδική-γιουνγκιανή γκροτέσκα ανάλυση των σχέσεων των δύο φύλων, δηλαδή στο ίδιο αιώνιο ζήτημα που εμπνέει το συντριπτικά μεγάλο μέρος της λογοτεχνίας, απ’ τη σοβαρή ως τη φτηνιάρικη.

Η όλη αντιμετώπιση της ελληνικής πραγματικότητας είναι, εννοείται, αρκούντως ρατσιστική, ιδωμένη με την «αριστοκρατική» ματιά του Άγγλου μπουρζουά που έπεσε μέσα σε μια κοινωνία γραφική, πλην επιεικώς υπανάπτυκτη. Για να βεβαιωθεί κανείς θα αρκούσε και μόνη η κεντρική ιδέα του έργου, πως δηλαδή μόνο ένας βαθιά πλούσιος και μορφωμένος Αγγλο-έλληνας έπρεπε να βρεθεί επί τόπου και να κάνει σκοπό της ζωής του και των χρημάτων του το να «διασκεδάσει» τον μοναδικό Άγγλο κάτοικο του νησιού. Ο ρατσισμός φαίνεται ακόμη στους νεοέλληνες χαρακτήρες, απ’ τους τοπικούς γαϊδουρολάτες και τις κουτσομπόλες νοικοκυρές ως τους αρειμάνιους, επιρρεπείς στο φτηνό πληρωμένο σεξ και προδοτικούς συναδέλφους του στο εκπαιδευτήριο. Κι αν υπάρχει ένας άξιος συμπαίκτης, ο μεγιστάν κύριος Κόγχις, αυτός είναι κατά βάθος ένα κάθαρμα, ένα τέρας της φύσης, ένας επικίνδυνα ψυχοπαθής που τόλμησε να προκαλέσει την αμείλικτη λογική ενός αγγλοσάξονα.

Comments

Popular posts from this blog

Οι Καλόγεροι του Αιγαίου κι άλλα μυστήρια

Συνηθισμένα σφάλματα

Τι είδε ο Έλληνας στην Ιαπωνία