Στον τριτοκοσμικό Νότο

Ο Richard Holygrail σε μια από τις δημοσιογραφικές αποστολές του στον τριτοκοσμικό νότο αποφάσισε να κάνει, στον ελεύθερο χρόνο του, μια εκδρομή στις Σπέτσες. Έψαξε να βρει ξενοδοχείο μέσα από τα συνηθισμένα του ηλεκτρονικά κανάλια, μα προς μεγάλη του έκπληξη όλα ήταν κλεισμένα. Η αλήθεια είναι πως ήταν και τελευταία στιγμή, αλλά υπέθεσε ότι οι Έλληνες είναι σε κρίση, αναλογίζονται την κατάστασή τους κι αν μη τι άλλο δεν έχουν λεφτά για άσκοπο ξόδεμα.

Επειδή όμως ο R. H. είναι επίμονος και δεν έχει μάθει να αποθαρρύνεται απ' τις δυσκολίες, αλλά και επειδή άρχισε να σκέφτεται ότι κάτι περίεργο συμβαίνει εκεί στα ελληνικά νησιά που πρέπει να εξιχνιαστεί, σκέφτηκε να πάει οδικώς, ώστε αν χρειαστεί να αναζητήσει ξενοδοχείο στην κοντινή στεριά. Άνοιξε τους σχετικούς χάρτες στον υπολογιστή του και πήρε την πληροφορία ότι για λιγότερα από 200 χλμ. χρειαζόταν τρεις ώρες. Υπέθεσε ότι υπήρχε ίσως μια υπερβολή στην εκτίμηση, αλλά είχε χρόνο. Νοίκιασε ένα αυτοκίνητο και ξεκίνησε για μια περιπέτεια του τύπου "On the Road".

Ξεκίνησε Σάββατο, γύρω στη μία. Το σχέδιό του ήταν να φτάσει νωρίς στην Κόστα, απ' όπου, σύμφωνα πάντα με το χάρτη, θα μπορούσε να πάρει κάποιο καραβάκι για απέναντι. Έκανε μια στάση στον ισθμό της Κορίνθου, κι έστριψε αριστερά για Επίδαυρο, σύμφωνα πάντα με το GPS που κουβαλάει μαζί του. Η διαδρομή είχε υπέροχη θέα, αλλά το οδόστρωμα είχε να ανανεωθεί ποιος ξέρει από πότε. Και ξαφνικά όταν έφτασε κοντά στην Επίδαυρο, πέρασε κάτω από ένα γιοφύρι και μπήκε σε ένα άλλο δρόμο δεκαετίας του εξήντα. Το τέλος μιας συνολικά τετράωρης διαδρομής, όπου την πρώτη ώρα έκανε τη μισή και τις άλλες τρεις ώρες την άλλη μισή, τον έφερε ως το Πόρτο Χέλι και ύστερα ως το λιμάνι της Κόστας. Η ώρα ήταν πέντε παρά τέταρτο.

Η Κόστα βασικά ήταν ένα τεράστιο πάρκινγκ, θύμα του τουρισμού των Σπετσών. Όλοι πάρκαραν κατά προτίμηση στο δρόμο, αλλά όταν οι "θέσεις" τελείωναν έμπαιναν αναγκαστικά στα πάρκινγκ με πληρωμή. "Πέντε Ευρώ που χρεώνονται ημερολογιακά" του είπαν στην είσοδο. Σκέφτηκε ότι το καλύτερο θα ήταν να είχε έρθει μεσάνυχτα και κάτι της προηγούμενης και να έφευγε πριν τα μεσάνυχτα της ίδια μέρας, ενώ το χειρότερο να φτάσει μεσάνυχτα παρά ένα και να φύγει μεσάνυχτα και ένα, οπότε για δύο λεπτά θα είχε πληρώσει δυο εικοσιτετράωρα. Ύστερα σκέφτηκε ότι προφανώς η κουτοπονηριά ήταν στημένη έτσι ώστε να πιάνονται αυτοί που πάνε στις Σπέτσες απ' τη γύρω περιοχή να γλεντήσουν για μια βραδιά. Στο μεταξύ όμως είδε ένα φέρι που πλησίαζε, οπότε άρχισε να τρέχει για να το προλάβει.

Το εισιτήριο έκανε ενάμιση Ευρώ. Με ενάμιση Ευρώ στην Ελλάδα δεν πίνεις ούτε καφέ. "Μέχρι τι ώρα μπορώ να επιστρέψω;" ρώτησε τον εισπράκτορα. "Σήμερα θέλετε να επιστρέψετε;" τον ρώτησε έκπληκτος ο τελευταίος. "Υπάρχουν μόνο τέσσερα δρομολόγια την ημέρα κι αυτό είναι το τελευταίο, χωρίς επιστροφή. Όμως υπάρχουν ταξί, θα σας πει ο κύριος από δώ." Ο κύριος από δω του είπε ότι κοστίζουν είκοσι Ευρώ τη διαδρομή, ανεξάρτητα απ' τα άτομα. Ο R. H. κατάλαβε κι εδώ τι παιζόταν, φτηνό και λογικό εισιτήριο, αλλά σε σπάνια δρομολόγια ώστε να δουλεύουν κι οι νεροταξιτζήδες.

Με το που πλησίασε το φέρι στο νησί μια φοβερή φασαρία από μεγαφωνική εγκατάσταση ακουγόταν. Μιλιούνια ήταν συγκεντρωμένα μπροστά σ' ένα μεγαλοπρεπές ξενοδοχείο, του οποίου το σουλούπι αναγνώριζε απ' τη φωτογραφία που είχε δει στο Internet όταν αναζητούσε κατάλυμα, και είχε αντιληφθεί ότι ζητούσε εξωπραγματικές τιμές για καιρό κρίσης. Σκέφτηκε ότι προφανώς δεν θα πήγαιναν εκεί Έλληνες κι ότι θα ήταν εύκολο να κλείσει, αλλά όχι, κι αυτό ήταν "fully booked". Ίσως ήταν γεμάτο αμερικάνους γέρους ... Όταν πάτησε το πόδι του στο έδαφος πήγε κατά κει και διαπίστωσε ότι μια ασφαλιστική είχε στήσει ένα πανηγύρι με πρόσχημα αθλητικούς αγώνες. Ο πιο ωραίος ήταν ο "μίνι μαραθώνιος", πέντε χιλιόμετρα. "Oxymoron", του ήρθε μια ελληνική λέξη, ή στη γλώσσα του "contradiction in terms", αλλά το marketing μπορεί να σου στήσει τα πάντα. Σκέφτηκε πόσο θα υπέφεραν οι καημένοι οι αμερικάνοι γέροι ένοικοι του ξενοδοχείου, που θα ήρθαν για ήσυχες διακοπές. Στη μεγάλη του βεράντα όμως είδε διάφορους ηλιοκαμμένους τύπους και ξανθιές μαυρισμένες κυρίες, μάλλον ελληνικές φάτσες. Φοροφυγάδες που το κράτος δήθεν δεν ξέρει πού να τους βρει;

Μπήκε σ' ένα πιο απόμερο ξενοδοχείο, που ήταν στα γούστα του. Στη ρεσεψιόν ήταν μια ωραιότατη κοπέλλα, αλλά αμέσως τον αποθάρρυνε με το γνωστό "fully booked". Προθυμοποιήθηκε όμως ευγενέστατα να ψάξει να του βρει δωμάτιο σε κάποιο άλλο ξενοδοχείο. Της ζήτησε κάτι ήσυχο, μακριά απ' το θορυβώδες κέντρο. Με την τρίτη προσπάθεια βρήκε το τελευταίο δωμάτιο ενός μεγάλου ξενοδοχείου, "μόλις δέκα λεπτά με τα πόδια και είναι πρόσφατα ανακαινισμένο" του είπε. O RH κατάλαβε πως δεν είχε πολλές λύσεις και συγκατένευσε.

Το πρόσφατα ανακαινισμένο ξενοδοχείο φαινόταν μια χαρά, αν και δεν το έκανες τεσσάρων αστέρων, όπως διατεινόταν, ούτε με σφαίρες. Στη ρεσεψιόν του είπαν ότι "ξέρετε είναι το τελευταίο μας δωμάτιο, δεν έχει θέα." Για τη θέα δεν ενδιαφερόταν τόσο, όσο για την ησυχία, εξήγησε ο R.H. Η απάντηση που έλαβε ήταν κάπως αόριστη, αν μη τι άλλο το δωμάτιο "έβλεπε" στον κεντρικό δρόμο, όπου κάποια κίνηση ήταν αναμενόμενο να περνάει. Άφησε τα πράγματά του και γύρισε προς το κέντρο, για να εξιχνιάσει περαιτέρω την ελληνική κρίση. Ο τόπος ήταν γεμάτος από ανάκατα μαγαζιά, αλλού πουλιούνται είδη πολυτελείας, αλλού μαϊμούδες, αλλού όλα μαζί, κλασσική τουριστική Ελλάδα. Οι τιμές των γλυκών και καφέδων στη Ντάπια ήταν παρόμοιες με τις τιμές στην περιοχή του καζίνο του Μονακό. Τα μαγαζιά ήταν παραδόξως γεμάτα με πελάτες όλων των ηλικιών, περιλαμβανομένης της νεολαίας που η ανεργία τη χτυπάει με πενήντα τοις εκατό. Στο μεταξύ έξω απ' το κεντρικό ξενοδοχείο η φασαρία του marketing είχε αρχίσει να καταλαγιάζει, αλλά απ' την αυλή του ακουγόταν δυνατά μπουζουκο-ορχήστρα, που θα αποτελείωσε τους τυχόν αμερικάνους γέρους. Σίγουρα δεν ήταν μέρος για να περάσει κάποιος ένα ήρεμο σαββατοκύριακο.

Όταν επέστρεψε στο δωμάτιο, κατά τα μεσάνυχτα, ήταν ακόμη πολύ νωρίς για τη ζωή του νησιού. Ήταν όμως κουρασμένος. Κάθε τόσο μανιασμένα μηχανάκια περνούσαν το θόρυβό τους μέσα απ' τ' αυτιά του. Ακουγόταν όμως κι ένας μακρόσυρτος χαμηλός ήχος από μηχάνημα, σα να βρισκόσουν σε καμπίνα του πλοίου της γραμμής. Ο R. H. είχε εμπειρία από την κακή ηχομόνωση των ελληνικών ξενοδοχείων, όπου τη νύχτα του σαββατοκύριακού ακούγονται ανάκατα κλάμματα μωρών και ερωτικοί αναστεναγμοί (πράγματα που συνδέονται βεβαίως), αλλά αυτός εδώ ο ήχος ήταν κάτι άλλο. Σκέφτηκε μήπως ήταν η γεννήτρια από κάποια θαλαμηγό αραγμένη μπροστά στο ξενοδοχείο, ίσως ακόμη και τα θαλασσινά ταξί, αλλά γρήγορα απέκλεισε όλες αυτές τις θεωρίες. Στο μεταξύ ο ενοχλητικός ήχος συνέχιζε να ακούγεται. Σηκώθηκε να πάει ως την τουαλέτα κι εκεί άκουσε το ανεμιστηράκι της να βγάζει δυνατά το γνώριμό του ήχο. Είχε, κακώς, αφήσει το φως αναμμένο. Όταν το έσβησε ο ήχος ελαττώθηκε κατά τι, αλλά ακουγόταν ακόμη σταθερά.  Προφανώς τα ανεμιστηράκια κάμποσων διπλανών δωματίων δούλευαν εν χορώ. Κάποια στιγμή οι ένοικοί τους γύρισαν στα δωμάτια, μερικοί έσβησαν το φως της τουαλέτας, ο θόρυβος κάπως μειώθηκε για να επανέλθει νωρίς με το ξημέρωμα.

Το επόμενο πρωί πήγε παραλιακά προς την Αναργύρειο σχολή. Σκέφτηκε, "αυτό το νησί έχει παράδοση στην εκπαίδευση". Στο γυρισμό προς το κέντρο σκέφτηκε να πάρει ένα αμαξάκι να τον πάει στην άλλη πλευρά. Ο αμαξάς του πρότεινε μια βόλτα εκεί που είχε πάει. "Ναι, αλλά αυτά τα έχω δει" του είπε ο R. H. Ύστερα ο αμαξάς του είπε πόσο δύσκολο είναι να περάσουν μέσα απ' την πόλη προς την άλλη πλευρά. O R. H. έκανε να φύγει. Τότε μόνο ο αμαξάς του είπε: "Απ' την άλλη πλευρά του λιμανιού υπάρχουν άλλες άμαξες που πάνε προς την άλλη πλευρά." O R. H. έφυγε γελώντας για τη μικρή του νίκη. Μπήκε στην πρώτη άμαξα της άλλης πιάτσας. "Θα πάμε ως το παλιό λιμάνι και πίσω" του είπε ο αμαξάς και του ζήτησε είκοσι Ευρώ, που αποδείχτηκαν αφορολόγητα, παρά το ότι το κράτος, υποτίθεται, κυνηγάει τους φόρους. Τα αρχοντικά και η ομορφιά του νησιού πάντως άξιζαν τη διαδρομή. Γυρνώντας στο κέντρο βρήκε το χαμό μπροστά στο ξενοδοχείο να συνεχίζεται. Του φάνηκε πως τόση φασαρία τόσες ώρες έπρεπε να είναι ενοχλητική όχι μόνο για τους αμερικάνους γέρους, αλλά ακόμη και γι' αυτούς τους ηλιοκαμμένους λεφτάδες Έλληνες γλεντζέδες.

Πλήρωσε άλλο ένα και μισό Ευρώ και πήρε το φέρι στη μία το μεσημέρι. Ύστερα πλήρωσε τις δύο ημερολογιακές του μέρες, παρ' όλο που δεν είχε συμπληρώσει καλά καλά είκοσι ώρες. Πήρε το δρόμο ακολουθώντας τις ταμπέλες προς "Αθήνα-Κόρινθο-Ναύπλιο". Όταν βγήκαν ταμπέλες δεξιά προς Κόρινθο και Αθήνα συνέχισε στην ευθεία, υποθέτοντας ότι ο δρόμος οδηγεί δια της εις άτοπον απαγωγής στο Ναύπλιο. Μετά από κάμποσα χιλιόμετρα φάνηκε μια ταμπέλα που ανέφερε το Ναύπλιο, αλλά ύστερα η επόμενη είχε μια μισοκατεστραμμένη κορδέλα πάνω της, σαν να προσπαθούσαν να σβήσουν τη λέξη. Ξαφνικά ο δρόμος σταματούσε κι άρχιζε ένας χωματόδρομος άγνωστου μήκους και προορισμού. Ο R. H. σταμάτησε σκεφτικός, άνοιξε το GPS και προσπάθησε να βγάλει άκρη. Εκείνη την ώρα φάνηκε ένα άλλο αυτοκίνητο που το ακολούθησε, ελπίζοντας πως δεν πάει στο σπίτι του σε κάποιο απόμακρο χωριό. Τελικά αποδείχτηκε πως ήταν μια μικρή χωμάτινη διακοπή πάνω στον ίδιο παλιό δρόμο, αλλά χωρίς πολλές εξηγήσεις, έτσι για να προσθέτει στην περιπέτεια της ζωής. Στο Ναύπλιο έφτασε κατά τις τέσσερις.

Το Ναύπλιο είναι μια χαρούμενη πόλη. Μπήκε σ' ένα καινούργιο μαγαζί, αυτό που παλιά θα λέγανε γαλακτοπωλείο, αλλά πιο πολύ πουλούσε σοροπιαστά και καφέδες. Η ποιότητά τους των γλυκών ήταν εξαίρετη και οι τιμές οι πιο λογικές που είχε δει ως τώρα στην Ελλάδα. Παραδίπλα ένα άλλο μαγαζί πουλούσε παγωμένο γιαούρτι σε τιμές Μονακό. Σκέφτηκε πως ίσως υπάρχει ακόμη κάποια ελπίδα, αλλά είναι στατιστικά αδύναμη.

Κατά τις εφτά κι ενώ μαζεύονταν μαύρα σύννεφα πάνω απ' την πόλη μπήκε στο αυτοκίνητό του. Με το που μπήκε έπιασε μια γερή μπόρα με αστραπόβροντα. Περίμενε να περάσει κάπως και πήρε το δρόμο για την Αθήνα. Στην εθνική η κίνηση ήταν πυκνή. Όλοι είχαν βγει για Σαββατοκύριακο, ποια κρίση; Μπροστά του βρισκόταν για ώρα η καταιγίδα. Προτίμησε την ήρεμη λύση κι έπιασε τη δεξιά λωρίδα, σκεφτόταν με ανησυχία τη στιγμή που θα γινόταν κάποιο ατύχημα. Οι Έλληνες είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι, αδίστακτοι κι απερίσκεπτοι οδηγοί, ενώ συγχρόνως τρομάζουν στην πρώτη σταγόνα της βροχής. Η δεξιά λωρίδα αποδείχτηκε στην Ελλάδα μια ουτοπία, όπως όλα. Οι σφήνες απ' τη θεωρητικά κενή βοηθητική ήταν συχνές και η τροχαία πανταχού απούσα. Μέχρι και οι πουλμανατζήδες μπούκαραν αναιδώς στη βοηθητική. Στον τρίτο κόσμο η ζωή είναι φτηνή, σκέφτηκε ο R. H. κι αναρωτήθηκε πόσο θα ζήσει ακόμη με τα επικίνδυνα ταξίδια του.








Comments

adamo said…
"άνοιξε το GPS και προσπάθησε να βγάλει άκρη"

Αυτό το λένε death by GPS

Popular posts from this blog

Οι Καλόγεροι του Αιγαίου κι άλλα μυστήρια

Συνηθισμένα σφάλματα

Τι είδε ο Έλληνας στην Ιαπωνία