Οικονομία

Η πρώτη φορά που πήγα στη Γερμανία ήταν γύρω στο 1980, τις μέρες των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς. Έτυχε να μείνω φιλοξενούμενος μερικές μέρες στο σπίτι μιας ηλικιωμένης γερμανίδας. Έφτασα ένα βράδυ κι έμεινα έκπληκτος. Το σπίτι ήταν γεμάτο ρολόγια γερμανικής κατασκευής, που έκαναν χορωδιακό τικ-τακ, είχαν εκκρεμή που στριφογύριζαν ή πήγαιναν δεξιά αριστερά, και χτυπούσαν τις ώρες όλα μαζί. Το μυστήριο λύθηκε γρήγορα, η κυρία αυτή είχε έναν ανηψιό ρολογά και της χάριζε από ένα κάθε φορά που γιόρταζε, υπολογίζοντας όχι μόνο ότι του κόστιζαν φτηνότερα, αλλά και ότι γρήγορα θα τα έπαιρνε πίσω. Το επόμενο πρωί στην πόλη η πιο συχνή λέξη που γραφόταν παντού με μεγάλα γράμματα ήταν sparen, εξοικονομήστε. Οι τιμές όλες έληγαν σε κόμμα 99. Ο ανηψιός ερχόταν κάθε τόσο και ρήμαζε το ψυγείο, αλλά η δική μου πρόσβαση σ' αυτό ήταν πολύ περιορισμένη. Οι πιο ηλικιωμένοι ακόμη διατηρούσαν τις μνήμες της ήττας του δεύτερου παγκόσμιου. Η οικοδέσποινα μιλούσε συχνά για τους ρώσους που "τους είχαν ρίξει δηλητήριο στο νερό". Το νερό όμως ερχόταν απ' το ποτάμι, που μόλυνε η βιομηχανία. Το τριήμερο των Χριστουγέννων μεταφέρθηκα στη φιλοξενία μιας άλλης γηραιάς κυρίας σε μια εξοχική βίλλα δίπλα σ' ένα παραμυθένιο δάσος. Ωστόσο η θερμοκρασία ήταν γύρω στο μηδέν στο μισό σπίτι, για λόγους οικονομίας, και δυστυχώς το υπνοδωμάτιό μου ήταν ακριβώς σ' αυτό το μισό. Στο μυαλό της οικοδέσποινας ούτε καν πέρασε ότι είχα παγώσει και θα πήγαινα από πνευμονία, που γλύτωσα βρίσκοντας ένα κρυμμένο μικρό ηλεκτρικό καλοριφέρ. Όταν το είδε μου έκανε δριμύτατες παρατηρήσεις σχετικές με το λογαριασμό του ρεύματος. Δεν πιστεύω τόσο ότι ήταν φτωχή, ζούσε σ' ένα ωραίο σπίτι και εισέπραττε τη σύνταξη ενός μακαρίτη μηχανικού της βαριάς βιομηχανίας. Ούτε ήταν αγενής ή σαδίστρια, ήταν στο μυαλό της τυπωμένη βαθιά η έννοια της οικονομίας με κάθε τρόπο και κάθε παρέκκλιση ήταν αμαρτωλή και τιμωρητέα. Στη συνέχεια ήρθε η Πρωτοχρονιά, που συνέπιπτε με τα γενέθλια της πρώτης κυρίας. Την παραμονή πήγε στην τράπεζα, άνοιξε τη θυρίδα της και διάλεξε μερικά κοσμήματα, που έβαλε στη γιορτή, την οποία έκανε το βράδυ της Πρωτοχρονιάς σ' ένα εστιατόριο. Στοιχηματίζω ότι ήταν η μόνη σπατάλη που έκανε μέσα στη χρονιά, ίσως όχι κάθε χρονιά. Στη γιορτή αυτή δεν κάλεσε τη στενότερη φίλη της στη γειτονιά επειδή ήταν "χαμηλής κοινωνικής τάξης", αλλά πιθανότατα για να μη πληρώσει για ένα ακόμη άτομο.

Στην Ελλάδα ήμασταν ακόμη στη δραχμή και σίγουρα δεν ήμασταν πλούσιοι. Κερνούσαμε όμως ευχαρίστως ο ένας τον άλλο και προσβαλλόμασταν αν ο άλλος δε μας άφηνε. Οι τιμές έληγαν σε οποιοδήποτε απ' τα δέκα ψηφία. Γενικά ήμασταν στο δικό μας χαρούμενο αμέριμνο κόσμο. Ύστερα ήρθαν οι "σοσιαλιστές" που μας έκαναν ακόμη πιο ευτυχείς μιας και μοίρασαν λεφτά.

Ίσως δε χρειάζεται να γίνουμε Γερμανοί του '80. Αλλά η αμεριμνησία μας είναι παροιμιώδης και φαίνεται παντού. Λίγο πριν τα διαγωνίσματα του Φλεβάρη είχε τελειώσει το λευκό χαρτί στη σχολή, δεν είχαμε ούτε για να τυπώσουμε τα θέματα στα διαγωνίσματα. Ευτυχώς τελευταία στιγμή ήρθε ένα φορτίο. Τώρα που ήρθε κανονικά το χαρτί γυρίσαμε στην παλιά καλή σπατάλη, άχρηστες εκτυπώσεις διανέμονται και ταχύτατα καταλήγουν στην ανακύκλωση.

Comments

Popular posts from this blog

Τι είδε ο Έλληνας στην Ιαπωνία

Συνηθισμένα σφάλματα

Οι Καλόγεροι του Αιγαίου κι άλλα μυστήρια