Μια πτήση

Η ενδιάμεση στάση ήταν στην Αραβία. Η πόλη μπορεί να 'ταν τυλιγμένη με τα μυστήρια της ανατολής, μα δεν είδα παρά μερικές αίθουσες αεροδρομίου και την πίστα μέσα στο λεωφορείο προς το αεροπλάνο. Τον αέρα της τον μύρισα μόνο επεξεργασμένο μέσα από κλιματισμούς, εκτός από δύο λεπτά ανεβαίνοντας τη σκάλα του αεροπλάνου, μια καυτή ανάσα της ερήμου. Πάνω απ' το κεφάλι μου υψωνόταν αγέρωχο το τριπλό φτερό της ουράς, γυαλίζοντας στα νυχτερινά φώτα.

Πίστευα ότι η επιβίβαση μπορεί και να είχε τελειώσει, αλλά δίπλα μου δύο θέσεις ήταν ακόμη άδειες κι εγώ βρισκόμουν σε μια θέση πάνω στο διάδρομο με θέα προς το σκοτεινό του βάθος. Μια ηλικιωμένη μικρόσωμη κυρία ξεχώρισε απ' το σκοτάδι, αλλά όλοι κοιτούσαν πίσω της τον κωνικό σκούρο όγκο που την ακολουθούσε. Θα μπορούσε να είναι απ' τα ντάλεκ του Dr. Who, με κεφάλι που φάρδαινε προς τα κάτω, ενωμένο απ' ευθείας με ένα σώμα που γινόταν όλο και πιο φαρδύ, τεράστιο. Στάθηκαν και οι δύο δίπλα μου, περιμένοντας προφανώς να τους αφήσω να περάσουν στις δύο θέσεις προς το παράθυρο. Ένιωσα τα βλέμματα των κοντινών επιβατών πάνω μου γεμάτα λύπηση.

Έβγαλα κάμποσες ώρες κρεμασμένος προς την πλευρά του διαδρόμου. Καρότσια σπρωγμένα από αεροσυνοδούς με χτυπούσαν μόλις τολμούσα να αφαιρεθώ ή να κλείσω το μάτια μου. Ένα ομοίωμα αεροπλάνου έκανε πιρουέτες γλυστρώντας νοτιοανατολικά πάνω σ' ένα χάρτη που μου γινόταν όλο και πιο άγνωστος, με ονόματα πόλεων που άλλαζαν από λατινικούς χαρακτήρες σε αραβικούς, γιαπωνέζικους, κινέζικους, ινδικούς, ταϊλανδέζικους, οτιδήποτε που μπορούσα και που δε μπορούσα να αναγνωρίσω κι ύστερα πάλι πίσω. Κυρίως όμως ήταν θάλασσα, μια απέραντη θάλασσα που θα 'πρεπε να την περάσουμε για να φτάσουμε στις δυτικές ακτές της Αυστραλίας. Μέχρι τότε όμως έμεναν ώρες πολλές, ώρες ατέλειωτες.

Τα καλύμματα των παραθύρων ήταν όλα κατεβασμένα. Στο κλάσμα δευτερολέπτου που τόλμησε κάποιος να σηκώσει ένα, μπήκε εκτυφλωτικό, κατάλευκο, ασχημάτιστο φως. Ο χρόνος ο ίδιος ήταν ασχημάτιστος κι απροσδιόριστος. Πίσω απ' όπου είχα ξεκινήσει ήταν μέρα, ήταν νύχτα; Το γεγονός ότι περνούσαν καλάθια με πρόχειρο φαγητό σήμαινε πως ήταν πρωινό στην αφετηρία μας, στον προορισμό μας, εδώ που ήμασταν;

Τα καλύμματα είχαν σηκωθεί, στο χάρτη το απέραντο νερό σχεδόν τελείωνε κάτω απ' τα πόδια μας και φαινόταν να πλησιάζει στεριά. Ο διπλανός μου είχε πιεί δυο φορές από ένα διπλό ουίσκι, που το είχε ζητήσει λέγοντας ακριβώς τις ίδιες λέξεις σε μια καλά προετοιμασμενη αγγλική πρόταση. Και τότε άκουσα τη δεύτερη διαφορετική πρόταση, αν μπορούσα να σηκωθώ για να πάει τουαλέτα, κάτι που περίμενα να συμβεί πολλές ώρες πριν. Ένα λεπτό αργότερα άκουσα για πρώτη φορά και τη φωνή της γυναίκας του στα αγγλικά, ως τότε αντάλλασαν λίγες λέξεις χαμηλόφωνα σε γλώσσα που μου ήταν παντελώς άγνωστη. Είπε: "Αν πάει αυτός τουαλέτα, πρέπει να πάω κι εγώ". Ήταν λογικό. Η δεύτερη όμως λογική σκέψη ήταν που μου αναπτέρωσε το ηθικό: Λαμβάνοντας υπόψη τις ουρές θα επέστρεφε σίγουρα δεύτερη, άρα εκείνος ή θα την περίμενε όρθιος, πράγμα μάλλον απίθανό, ή θα αναγκαζόταν να μεταφερθεί προς το παράθυρο. Παρ' όλα αυτά ερχόμενος έπαιξε το τελευταίο του χαρτί: "Μπορείς να καθίσεις στο παράθυρο, που έχει και θέα", μου πρότεινε χαμογελώντας. Του έδειξα την οθόνη μπροστά μου, ήμουνα στη μέση ενός παιχνιδιού μπιλιάρδου. Αναστέναξε και πήγε στο βάθος. Δαγκώθηκα για κρύψω την ανακούφισή μου.

Μια αεροσυνοδός μοίρασε κάρτες για τον έλεγχο εισόδου. Η κυρία δίπλα μου ζήτησε να συμπληρώσω και τις δικές τους, είτε λόγω πρεσβυωπίας είτε γλώσσας, είτε και τα δύο. Ζήτησα διαβατήρια για να αντιγράψω στοιχεία. Είχε έρθει η ώρα να μάθω ποια ήταν η άγνωστη γλώσσα. Ήταν Αυστραλιανοί πολίτες. Κοίταξα τον τόπο γέννησης, κάπου στα Βαλκάνια. Το διαβατήριο μιας χώρας είναι ένα πράγμα, ο τόπος γέννησης ένα άλλο, η γλώσσα ένα τρίτο που δεν το `μαθα ποτέ. Οι άνθρωποι φάνηκαν αρκετά φοβισμένοι για να μου μπουν σε λεπτομέρειες, δεν επέμεινα. Έμεινα μ' ένα ακόμη ερώτημα ανοιχτό, ένα παραπάνω στις χιλιάδες μιας ζωής.

Απ' την αυστραλιανή γη δεν μπόρεσα να δω σχεδόν τίποτε, παρά τις τρεις και παραπάνω ώρες που πετούσαμε πάνω της, αν μη τι άλλο γιατί η μέρα τέλειωσε με μια βιαστική δύση. Μετά από ένα τέτοιο ταξίδι το αεροδρόμιο της Μελβούρνης το βρήκα υπερβολικά φυσιολογικό, κοινότοπο, σα να είχε γίνει λάθος και γυρίσαμε πίσω.

Comments

Popular posts from this blog

Τι είδε ο Έλληνας στην Ιαπωνία

Συνηθισμένα σφάλματα

Οι Καλόγεροι του Αιγαίου κι άλλα μυστήρια