Το δίλημμα του φυλακισμένου Έλληνα


Το δίλημμα του φυλακισμένου είναι πασίγνωστο στη θεωρία παιγνίων. Όποιος το ξέρει μπορεί να πάει κατ’ ευθείαν παρακάτω, αλλά το γράφω για όποιον δεν το ξέρει. Δυο φυλακισμένοι για την ίδια υπόθεση πρέπει να απαντήσουν, καθένας χωριστά, σε μια προσφορά του εισαγγελέα. Να ομολογήσει και να καταδώσει τον άλλον ή όχι; Αν ομολογήσει σε αντάλλαγμα για τη συνεργασία του αφεθεί ελεύθερος, ενώ ο άλλος θα πάρει ποινή φυλάκισης τριών ετών. Αν δεν ομολογήσει κανένας, θα πάρουν από ένα χρόνο. Αν ομολογήσουν και οι δύο, θα φυλακιστούν από δυο χρόνια (γιατί ο εισαγγελέας θα έχει στοιχεία και για τους δύο, αλλά θα τους αναγνωρίσει το ελαφρυντικό της ομολογίας.

Αν υποθέσουμε πως και οι δύο είναι μαθηματικά μυαλά, αλλά δεν έχουν καμμιά εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλον, θα σκεφτούν ως εξής, ο καθένας χωριστά εννοείται: «Αν ο άλλος ομολογήσει, θα φάω την πιο βαριά ποινή, εκτός αν ομολογήσω κι εγώ. Αν πάλι ο άλλος δεν ομολογήσει, εγώ καλύτερα να ομολογήσω και να βγω αμέσως. Επομένως σε όλες τις περιπτώσεις το καλύτερο είναι να ομολογήσω.» Το κακό είναι ότι την ίδια σκέψη κάνουν και οι δύο, οπότε πραγματικά ομολογούν και χρεώνονται από δυο χρόνια προς ικανοποίηση του εισαγγελέα. Αν κανείς τους δεν είχε ομολογήσει, δείχνοντας λίγη παραπάνω εμπιστοσύνη στον άλλο και διάθεση συνεργασίας, θα είχαν πάρει από ένα χρόνο.

“Social responsibility has never been a Greek characteristic”, γράφει ο John Fowles στο ελληνοκεντρικό μυθιστόρημά του «ο Μάγος» (1966). Φυσικά δε χρειαζόταν να μας το πει ένας Άγγλος λογοτέχνης, παρ’ όλο που η γνώμη του έχει κάποια αξία μιας και είναι μελετητής της φύσης του Νεοέλληνα. Η εμπιστοσύνη στη νεοελληνική κοινωνία δεν υπάρχει. Η φάλαγγα των αρχαίων Ελλήνων, που τους έκανε στον πόλεμο να θριαμβεύουν μέσα από τη συνεργασία, είναι άγνωστη στους Νεοέλληνες.

Σε λίγο θα πάω στον οδοντίατρο, στον ψυχίατρο, στον κλειδαρά, στον υδραυλικό, στον οποιοδήποτε επαγγελματία που οφείλει να μου δώσει μια απόδειξη και θα μου πει: «Θέλεις να σου δώσω απόδειξη, οπότε θα πληρώσεις παραπάνω και το ΦΠΑ;» Και τότε θα του πω: «Στέλνεις τα παιδιά σου στο δημόσιο σχολείο; Θα τα στείλεις στο πανεπιστήμιο ή σε μια δημόσια τεχνική σχολή; Περιμένεις να βρεις περίθαλψη και σύνταξη; Αν ναι, γιατί να σου τα πληρώνω μόνο εγώ που πληρώνω κανονικά τους φόρους μου; Για πόσο μεγάλο κορόιδο μ’ έχεις;» Αν είναι ψυχρός εκτελεστής θα προσθέσει το ΦΠΑ και θα μου δώσει μια απόδειξη με το επαυξημένο ποσό. Αν είναι τυπικός Νεοέλληνας πολυλογάς θα μου  κάνει μια διάλεξη για ότι κράτος πρόνοιας δεν υπάρχει, για το ότι ο δρόμος είναι γεμάτος λακούβες, για το ότι πληρώνει τόσα και τόσα στα φροντιστήρια, για τους πολιτικούς που τα τρώνε και τα παρόμοια. Τυπική περίπτωση φυλακισμένου.

Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Θα φροντίσει να σε ισοπεδώσει κανονικά, για να φαίνεται ότι τελικά όλοι είναι απατεώνες, όλοι είναι λαμόγια. Στη Βενετία υπήρχε (υπάρχει ακόμη) στο παλάτι του δόγη μια σειρά από πέτρινα στόματα λιονταριών. Ήταν γραμματοκιβώτια για καταγγελίες διαφθοράς. Φυσικά ο καθένας μπορούσε να πει ό,τι ήθελε, αλλά στη συνέχεια η σχετική υπηρεσία έκανε διασταυρώσεις. Όχι ότι είμαι υπέρ του καρφώματος, αλλά σε κάθε περίπτωση αυτό στην Ελλάδα δε θα δούλευε, όχι τόσο γιατί οι συμπολίτες μας είναι στην πράξη τόσο ριζικά ενάντια στο κάρφωμα, αλλά γιατί όποτε αυτό έχει συμβεί, όποτε έχει εμφανισθεί οποιαδήποτε μορφή ελέγχου, εμφανίζεται μαζί ένας άλλος παράλληλος μηχανισμός παραγωγής λάσπης. Ο ένας λασπώνει τον άλλο αδιακρίτως, έτσι ώστε όλοι τελικά να φαίνονται ίσοι κι όμοιοι. Τώρα μάλιστα με το Internet, ο κάθε πικραμένος από σένα, ο κάθε παράφρων, ο κάθε πρεζάκιας μπορεί να σε κατηγορήσει για ό,τι φανταστεί μέσα στην κακία και στη θολούρα του και κανείς δεν υπάρχει για να σε προστατεύσει, κανείς απολύτως. Μεσαίωνας.

Κι έτσι ζούμε σε μια κοινωνία όπου όλοι αργά ή γρήγορα ισοπεδώνονται, άνθρωποι και αξίες. Υποδείγματα σε μια τέτοια κοινωνία δε μπορούν να εμφανισθούν, αργά ή γρήγορα καταπέφτουν παταγωδώς, άλλες φορές δίκαια κι άλλες φορές συκοφαντικά κι άδικα, αλλά κανείς ποτέ δε μπορεί να το ξέρει με σιγουριά. Αυτή είναι η επιτυχία του μηχανισμού της ελληνικής διαφθοράς, μια γενική ομίχλη πάνω από όλους κι από όλα. Προ καιρού ένας φίλος πήδηξε από ένα μπαλκόνι και πάει, γλύτωσε. Δε μπορώ να ξέρω το γιατί, ειδικά έχοντας πει τα προηγούμενα, αλλά δε θα μου φανεί περίεργο αν το έκανε γιατί βαρέθηκε να ζει σε τέτοια κοινωνία, σε τέτοια βόρβορο.

Comments

Popular posts from this blog

Τι είδε ο Έλληνας στην Ιαπωνία

Συνηθισμένα σφάλματα

Οι Καλόγεροι του Αιγαίου κι άλλα μυστήρια