Ο πάτος του βαρελιού

Είναι καιρός που θέλω να γράψω αυτό το κείμενο, είναι κάτι που νιώθω σαν υποχρέωση, κυρίως απέναντι σε όσους νομίζουν ότι έχουμε φτάσει κοντά σε κάτι που είναι ο πάτος του βαρελιού. Λέω λοιπόν, για να διευκολύνω αυτούς που βαριούνται να διαβάσουν παρακάτω, ότι υπάρχει δίπλα μας κόσμος παρόμοιος με μας, ίσως και πολύ καλύτερος, που δεν έχουμε ιδέα τι έχει τραβήξει και τι τραβάει, όντας μέσα στην καταναλωτική μας μακαριότητα, τη δημιουργημένη με άφθονα δανεικά. Κάποιοι μάλιστα απ' αυτούς είναι δανειστές μας, παρά το ότι ανήκουν στους μη έχοντες. Στον κόσμο αυτόν μπορούμε άνετα να προσγειωθούμε ανώμαλα αν συνεχίσουμε μέσα στην επιπολαιότητά μας.

Στις αρχές της δεκαετίας του '90 είχα την "τύχη" να βρεθώ στο Βελιγράδι, σε καιρούς δύσκολους. Δεν ξέρω τι μπορεί να είναι η ευρύτερη Σερβία, αλλά το Βελιγράδι είναι μια ευρωπαϊκή πόλη, με κτήρια κεντροευρωπαϊκής αντίληψης, που πολύ λίγη σχέση έχουν με την αθηναϊκή "πολυχρωμία". Οι άνθρωποι ήταν είναι πολύ πιο κοντά στην Ευρώπη από μας στη νοοτροπία, στην εμφάνιση, παντού, εκτός ίσως απ' την οικονομική κατάσταση. Κουβαλάνε βέβαια τις δυστυχίες και την ιστορία τους, όπως όλοι.

Έφτασα ένα μεσημέρι σε μια σκοτεινή πολυκατοικία του κέντρου. Τα σπίτια ήταν εξωτερικά απεριποίητα, σημάδι της οικονομικής δυσπραγίας. Εσωτερικά κάποια ήταν σε καλή κατάσταση, άλλα όχι, αλλά είχαν κατοίκους αξιοπρεπείς και πολιτισμένους. Μπορώ να πω ότι την πρώτη μέρα δεν κατάλαβα σχεδόν τίποτε, θα μπορούσα να ήμουν οπουδήποτε στην κεντρική Ευρώπη.

Το επόμενο πρωί σε όλες τις γωνίες ήταν στημένοι κάποιοι περίεργοι τύποι, που ρωτούσαν αν ήθελες να αλλάξεις λεφτά. Ο λόγος ήταν ότι αν είχες σκληρό νόμισμα, π.χ. μάρκα ή δολλάρια, έπρεπε μόλις τα αλλάξεις να τα ξοδέψεις αμέσως. Ο πληθωρισμός ήταν εκατό τοις εκατό την ημέρα, μ' άλλα λόγια οι τιμές διπλασιάζονταν στο τέλος κάθε μέρας. Προφανώς τα τυπογραφεία της κεντρικής τράπεζας έριχναν στην κυκλοφορία άφθονο χαρτί καθημερινά.

Μόνο που οι άτυχοι ντόπιοι δεν έπαιρναν το μισθό τους σε μάρκα. Τη μέρα της πληρωμής, που έπαιρναν το φρεσκοτυπωμένο χρήμα, έκαναν ουρές απέραντες έξω απ' τις τράπεζες και προσπαθούσαν να ξοδέψουν όλα όσα έπαιρναν στον μικρότερο δυνατό χρόνο, οπωσδήποτε μέσα στη μέρα. Οι τιμές άλλαζαν ώρα με την ώρα. Την επόμενη ό,τι έμενε θα ήταν άχρηστο χαρτί.

Τι να αγοράσουν ακριβώς όμως; Στη λαϊκή αγορά τα αγαθά ήταν ελάχιστα. Μια γριούλα πουλούσε τρεις πιπεριές όλες κι όλες, τοποθετημένες πάνω σ' ένα χαρτόνι. Ένας πουλούσε τσιγάρα, ένα ένα, ήταν δεν ήταν όλα μαζί ένα πακέτο. Στα βενζινάδικα γίνονταν αμέσως ουρές για λίγα λίτρα όταν έφτανε προμήθεια.

Υπήρχαν και οι λίγοι με τα ψηλά εισοδήματα. Μαυραγορίτες και παράνομοι εισαγωγείς ως επί το πλείστον, και οι απαραίτητοι πολιτικοί που ανήκαν στο ίδιο μεγάλο κύκλωμα διαφθοράς. Γι' αυτούς υπήρχαν μερικά καταστήματα, αθλητικά είδη για παράδειγμα, όπου ένα ζευγάρι παπούτσια κόστιζε ένα μισθό των υπολοίπων. Τα παιδιά τους πήγαιναν στα MacDonald's, ίσως το πιο ακριβό εστιατόριο στην πόλη. Εκεί μαζεύονταν και κάμποσοι αλλοδαποί, που διέθεταν το σκληρό νόμισμα.

Πήγα στο σπίτι μιας καθηγήτριας πανεπιστημίου. Έμενε με την κόρη της σ' ένα μικρό διαμέρισμα. Έλεγε ότι άναβε το φούρνο και κλεινόταν στην κουζίνα με την κόρη της για να ζεσταθεί. Η κεντρική θέρμανση σπάνια δούλευε.

Δεν έχω ξαναπάει στο Βελιγράδι, όμως είδα μια ταινία σχετικά πρόσφατη, δε μου φάνηκε να έχει βελτιωθεί απότομα. Εύχομαι καλή τύχη σ' αυτούς και καλά μυαλά σε μας.

Comments

Popular posts from this blog

Οι Καλόγεροι του Αιγαίου κι άλλα μυστήρια

Συνηθισμένα σφάλματα

Τι είδε ο Έλληνας στην Ιαπωνία