Ο εξαίρετος Κύριος Σίγμα


Η ιστορία που θα πω είναι αληθινή, όσο μπορεί να είναι αληθινή μια ιστορία που ήξερε πολύς κόσμος και που έγραψαν οι εφημερίδες της εποχής κι όσο μπορεί να την έχω καταλάβει σωστά. Τον πρωταγωνιστή της όμως θα τον βαφτίσω μ’ ένα ψευδώνυμο, ας πούμε για να μη του χαλάσω την υστεροφημία, εξ άλλου το νόημα έχει σημασία κι όχι το κουτσομπολιό.

Λίγα χρόνια μετά τη μικρασιατική καταστροφή και την ανταλλαγή των πληθυσμών πολλοί μικρασιάτες ζητούν την τύχη τους, ή απλώς προσπαθούν να επιβιώσουν, στη μαμά Ελλάδα. Ανάμεσά τους πολλοί είναι άνθρωποι έξυπνοι, μορφωμένοι, κοσμοπολίτες, σίγουρα πιο άξιοι απ’ το μέσο όρο που βρίσκουν μπροστά τους, όσο κι αν αυτός ο μέσος όρος τους θεωρεί συχνά κακομοίρηδες και τουρκόσπορους. Θέλουν να δείξουν στο νέο τους περιβάλλον ότι κι εκεί μπορούν μια χαρά να διακριθούν, με τους τρόπους τους, με τις ξένες γλώσσες τους, με την παιδεία τους, με τις εμπειρίες τους. Τον κύριο Σ τον έριξε η τύχη σ’ ένα φτωχό νησί. Ήρθε με τα ρούχα που φορούσε, ήρθε μ’ ένα σεντούκι λίρες; Αυτό δεν κατάφερα μέχρις ώρας να το ξεκαθαρίσω. Σύντομα όμως, δυο τρία χρόνια μετά την καταστροφή, βρέθηκε πλούσιος, είτε με λεφτά δικά του είτε με τα λεφτά των άλλων. Εκεί που ήταν τραπεζικό στέλεχος στη μικρασία, εδώ άνοιξε τη δική του τράπεζα. Ύστερα άρχισε να κυνηγάει τις ευκαιρίες.

Τις δουλειές στα νησιά τις έκανε το κέντρον, η πρωτεύουσα. Και σήμερα το ίδιο γίνεται. Οι νησιώτες ιθαγενείς ούτε καν έπαιρναν μυρωδιά τα έργα, διότι βεβαίως αυτά δημοσιεύονταν στις αθηναϊκές εφημερίδες και διότι βεβαίως όλοι γνωρίζουμε πώς δουλεύουν αυτά τα πράματα. Το ότι καθημερινά οι εφημερίδες έγραφαν για υπερβάσεις στα έργα και για διαφθορά κανένα δεν πτοούσε. Τον κύριο Σ πολύ τον στενοχωρούσαν όλα αυτά, τα συζητούσε με τους νέους του συντοπίτες και μαζί τους τα βράδια στα σαλόνια και στα καφενεία χαλύβδωνε τη θέλησή τους όλοι μαζί να διεκδικήσουν το μερίδιο που τους ανήκε. Ύστερα, σαν γύρισε τα χωριά του νησιού, είδε πως οι χοντρέμποροι έπιναν των γεωργών το αίμα. Όλο το χρόνο τους δάνειζαν λεφτά, τους πουλούσαν φαγώσιμα, οι γεωργοί πάλι είχαν να θρέψουν οικογένειες, χρειάζονταν εργαλεία και λιπάσματα, που έπαιρναν συνήθως επί πιστώσει, και καθάριζαν τους λογαριασμούς με τη σοδειά, φυσικά σε προνομιακή για τους χοντρέμπορους τιμή. Στις εκλογές οι τελευταίοι οργάνωναν τα κουκιά, ήταν άρχοντες απ' όλες τις απόψεις. «Αδικία», είπε στους γεωργούς ο κύριος Σ, «αυτοί σας πουλάνε και σας αγοράζουν». Κι ύστερα τους εξήγησε τη σημασία και τη δύναμη των συνεταιρισμών. Ότι θα ήταν χαρά του να τους βοηθήσει συνεταιρισμένους. Ότι οι συνεταιρισμοί θα μπορούσαν να δανείζονται από την τράπεζα με προνομιακούς όρους για τα έξοδα των καλλιεργειών της χρονιάς και να αποπληρώνουν όταν πουλήσουν το προϊόν. Θα ήταν δύσκολο να μπούμε στο μυαλό ενός ανθρώπου που έζησε ένα σχεδόν αιώνα πριν από μας για να καταλάβουμε αν ήταν κοινωνικός επαναστάτης ή αν απλώς οργάνωνε την τραπεζική του πελατεία, με δυο λόγια αν ήταν ένας υπερμεγέθης χοντρέμπορος που ήθελε να έχει ως πελάτη έναν υπερμεγέθη γεωργό με τη μορφή του συνεταιρισμού.

Σε κάθε περίπτωση η τράπεζα ήταν ένα πρώτης τάξεως εργαλείο για την απ’ ευθείας ανάληψη δημόσιων και λίαν δαπανηρών έργων. Μια σπουδαία ευκαιρία φάνηκε με το έργο του εξηλεκτρισμού. Αυτό βεβαίως είχε ανατεθεί σε εργολάβους εκ πρωτευούσης, αλλά με λίγη οργάνωση, με λίγες καλές σχέσεις στα δικαστήρια, και φυσικά χάρη στη συνηθισμένη τους πρακτική να γράφουν τις προθεσμίες στα παλαιότατα των υποδημάτων τους, μπορούσαν άνετα να βρεθούν φταίχτες, αποδιοπομπαίοι και, το σημαντικότερο, έκπτωτοι. Το έργον ανέλαβεν η τράπεζα στη συνέχεια, οργανισμός φερέγκυος και συνεπής, και μάλιστα τράπεζα με τοπικά κεφάλαια, με λαϊκή στήριξη βεβαίως.

Η αλήθεια είναι πως κανένα δημόσιο έργο δε μπορεί να γίνει στην ώρα του σε μια χώρα υπανάπτυκτη, χωρίς υποδομές, χωρίς αντίληψη του χρόνου και της συνέπειας. Δε δυσκολεύομαι να φανταστώ πώς οι εργολάβοι υπόσχονταν να εμφανισθούν με συνεργεία Δευτέρα κι έρχονταν Παρασκευή, πώς είχαν ραντεβού πρωί κι έφταναν μεσημέρι. Σίγουρα θα είχε απελπισθεί ο κύριος Σ. Αλλά ο κύριος Σ σαν πολιτισμένος που ήταν εγνώριζε τη δύναμη του τύπου και φρόντισε να πάρει τα μέτρα του. Ύμνοι γράφονταν γι’ αυτόν, και
 τα σχετικά άρθρα πάντα έλεγαν «τώρα θα γίνει αυτό, τώρα εκείνο, τώρα έρχονται τα καλώδια, σε λίγο οι γεννήτριες», αντί να λένε «τόσους μήνες καθυστέρησε αυτό, τόσους εκείνο, τόσο στραβά εκτελέστηκε το έργο».

Και κάποτε το έργο στήθηκε, οι λάμπες άναψαν, το νησί είδε το φως το αληθινόν και ο κύριος Σ δοξάστηκε. Το βουλετιλίκι ήταν μια μικρή αμοιβή για τις άοκνες προσπάθειές του. «Είμαστε ευτυχείς να υπηρετούμε το λαό.»

Αλλά όσες κι αν ήταν οι καταθέσεις του λαού του νησιού, όσες κι ήταν οι καταθέσεις απ’ την υπόλοιπη Ελλάδα κι απ’ το εξωτερικό, όσα κι αν ήταν τα κεφάλαια των επενδυτών, τα έξοδα ήταν πολλά. Δεν ήταν μόνο οι ηλεκτρογεννήτριες που ήταν ακριβές, εξ άλλου αυτές αργά ή γρήγορα θα τις ξεπλήρωνε το δημόσιον. Ο κύριος Σ έδινε δάνεια από την τράπεζά του στη νέα του ατμοπλοϊκή εταιρία. Τα καράβια με τη σημαία του όργωναν πλέον περήφανα τις θάλασσες. Στα εγκαίνια του ηλεκτροφωτισμού που ο ίδιος είχε εγκαταστήσει, είχε τη χαρά να προσφέρει μ’ αυτά δωρεάν μεταφορά σε υπουργούς και στην καλή κοινωνία, συγχρόνως δε να φοράει και το καπέλλο του βουλευτή και εκπροσώπου της κρατικής εξουσίας. Όσο για τα έξοδα, ας ήταν καλά όμως η φερεγκυότητα της τράπεζας, που έπαιρνε δάνεια απ’ το εξωτερικό και τα διοχέτευε στην ατμοπλοΐα και στις λοιπές επιχειρήσεις που χρειάζονταν ρευστότητα.

Έφταιξε το μεγάλο κραχ του ’29; Έφταιξαν οι ριψοκίνδυνες επενδύσεις σε «ρεπόρ»; Έφταιξαν οι τόκοι των δανείων που έπαιρνε η τράπεζα; Έφταιξαν τα θαλασσοδάνεια και η έλλειψη εμπειρίας περί τα ναυτικά; Έφταιξε κάτι άλλο; Ότι κι αν έφταιξε, η τράπεζα έπεσε έξω, απ’ τα τριάντα εκατομμύρια των καταθέσεων χάθηκαν σχεδόν όλα εκτός από εφτακόσιες χιλιάδες δραχμές, κι ο κύριος Σ βρέθηκε στη φυλακή καταδικασμένος για ανορθόδοξες πρακτικές. Οι επενδυτές και οι μέτοχοι της τράπεζας έπεσαν σε μαύρη απελπισία, επιχειρήσεις έχασαν τα λεφτά τους κι έκλεισαν, ένας από τους χρηματομεσίτες αυτοκτόνησε και τα καράβια εκποιήθηκαν, μαζί με τα άλλα περιουσιακά στοιχεία των επιχειρήσεων του κυρίου Σ. Όσο για τον ίδιο, το ότι έχασε τις εκλογές ήταν φυσικό, αλλά το ότι τον απαρνήθηκαν οι φίλοι του, οι συνάδελφοί του βουλευτές, οι υμνητές του δημοσιογράφοι κι όλη η καλή κοινωνία του νησιού, αυτό ήταν που έφερε βαρέως. Σε τελευταία ανάλυση, αυτός φώτισε το νησί, αυτός εξωράισε με έργα, αυτός έκανε καράβια για να κάνουν τις βόλτες τους οι συντοπίτες του στας Αθήνας, αυτός οργάνωσε και τη λαϊκή θέληση σε γεωργικούς συνεταιρισμούς. Αγνώμονες.

Όσο για την ιστορία την ίδια, σας θυμίζει κάτι;

Comments

Popular posts from this blog

Οι Καλόγεροι του Αιγαίου κι άλλα μυστήρια

Συνηθισμένα σφάλματα

Τι είδε ο Έλληνας στην Ιαπωνία