Ελληνική ακτοπλοΐα


Ταξιδεύω από μικρός. Έχω ταξιδέψει με επιβατηγά, κρουαζιερόπλοια, ακόμη και φορτηγά. Έχω περάσει μπόλικες φουρτούνες. Θέλω να πω μ’ αυτά ότι η γνώμη μου για την ακτοπλοΐα είναι βασισμένη σε εκτεταμένη εμπειρία.

Επειδή πια είμαι και κάποιας ηλικίας, όταν ήμουν μικρός η ακτοπλοΐα ήταν διαφορετική. Στα νησιά ταξίδευαν μετασκευασμένα απομεινάρια του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου, που προορίζονταν για την ακτοφυλακή και δωρήθηκαν στη δοκιμασμένη Ελλάδα. Το πρώτο και πιο χτυπητό γνώρισμα ενός τέτοιου καραβιού ήταν η «καραβίλα», μια μυρωδιά που σε πότιζε σ’ όλο το ταξίδι και που μύριζες ολόκληρος όταν έφτανες στον προορισμό σου. Κι όταν πλενόσουν κι άλλαζες ρούχα ήταν οι βαλίτσες που μύριζαν για να μην ξεχνιέσαι. Ποτέ δεν κατάλαβα ποια ήταν η ακριβής σύνθεσή της, ίσως ένα μείγμα παλιατζούρας, εμετού και βρώμας. Εξ άλλου στα καράβια αυτά φορτώνονταν ως και ζώα, που μερικές φορές ανέβαιναν με το βίντσι και προσγειώνονταν στο αμπάρι. Οι επιβάτες σε πολλά λιμάνια έβγαιναν με βάρκες, το ίδιο και τα εμπορεύματα. Θυμάμαι μια φορά στην Ικαριά μια βάρκα παραφορτωμένη με καφάσια γεμάτα ντομάτες. Μόλις ξεκίνησε έγειρε και τα καφάσια βρέθηκαν να κολυμπούν, με ή χωρίς τις ντομάτες.

Η βιωσιμότητα των νησιών είναι μια δύσκολη ιστορία. Ιδιαίτερα όταν έπαψαν να είναι κομμάτι της οθωμανικής αυτοκρατορίας και κόπηκαν οι σχέσεις με τη μια απ’ τις δυο πλευρές του Αιγαίου τα πιο ανατολικά απ’ αυτά δοκιμάστηκαν. Αυτών όμως ακριβώς των νησιών οι ακτοπλοϊκές συνδέσεις είναι και οι πιο δύσκολες οικονομικά. Αυτό είναι κάποιου είδους οξύμωρο, επειδή σήμερα είναι γενικά παραδεκτό ότι η δίψα για εθνική υπόσταση συνδέεται με την οικονομική ανάπτυξη και αυτονομία, με απλά λόγια με την επανάσταση του ’21 πήγαμε για προφανώς για τα καλύτερα κι όχι για τα χειρότερα.

Δεδομένων λοιπόν των δυσκολιών του γεωγραφικού κατατεμαχισμού και του γεγονότος ότι οι εφοπλιστές δεν είναι κάποιοι φιλάνθρωποι που επιδοτούν τα νησιά, υπάρχει μια εγγενής δυσκολία στη σύνδεσή τους μεταξύ τους και με την κεντρική Ελλάδα. Κανείς δεν περιμένει απ’ τον εφοπλιστή να βάζει εφτά δρομολόγια τη βδομάδα π.χ. προς το ανατολικό Αιγαίο όλο το χρόνο, επειδή μόνο τον Αύγουστο θα ήταν επικερδές ένα τέτοιο εγχείρημα. Και τότε τι θα γίνει τον υπόλοιπο χρόνο;

Στην Ελλάδα όλα λύνονται με μια ιδιότυπη «αυτο-οργάνωση». Ο εφοπλιστής μπορεί να βγάλει τα έξοδά του με διάφορους τρόπους, ορθόδοξους και ανορθόδοξους, στους οποίους αν δεν υπολογίζει αποκλείεται να «βγει». Το συνηθισμένο θύμα αυτής της περίεργης κατάστασης είναι ο πελάτης, δηλαδή ο ταξιδιώτης κι αυτός που διακινεί προϊόντα.

Να πω παραδείγματα απ’ το παρελθόν, που μερικά όμως συνεχίζονται ενδόξως και σήμερα; Κατάληψη των καταστρωμάτων, των διαδρόμων και των πάσης φύσεως ελεύθερων χώρων με καθίσματα και υπνόσακκους προκειμένου να χωρέσουν κι άλλες «σαρδέλλες» του Δεκαπενταύγουστου. Κατάληψη σαλονιών και εστιατορίων, όπου κανονικά ο επιβάτης θα έπρεπε να απολαμβάνει ποτό και φαγητό εκ περιτροπής για λίγο. Τετράκλινες καμπίνες δεύτερης θέσης που βαφτίζονται πρώτης, όταν στην τελευταία επιτρέπονται μόνο δίκλινες. Χώροι μεταφοράς αυτοκινήτων όπου καταστρατηγούνται οι αποστάσεις ασφαλείας και η φόρτωση-εκφόρτωση γίνεται με τριτοκοσμική οργάνωση. Και φυσικά όλα αυτά με τα στραβά μάτια του νεοελληνικού «κράτους».

Να πω την αλήθεια, σ’ αυτή τη χώρα δεν ελπίζω πια σε τίποτε. Δε θέλω να πω ότι δεν υπάρχει πρόοδος, αλλά είναι τόσο αργή που την επόμενη φορά θα πάρω το αεροπλάνο. Ο σώζων εαυτόν σωθήτω.

Comments

Popular posts from this blog

Τι είδε ο Έλληνας στην Ιαπωνία

Συνηθισμένα σφάλματα

Οι Καλόγεροι του Αιγαίου κι άλλα μυστήρια