Το άλογο του Τορίνου


Το άλογο του Τορίνου, του Μπέλα Ταρ, είναι μια ουγγαρέζικη ταινία του 2011 που πήρε την αργυρή άρκτο του φεστιβάλ του Βερολίνου. Στην εισαγωγή της ταινίας, καθώς και σ’ όλες τις κριτικές που διάβασα, αναφέρεται μια ιστορία σχετική με το Νίτσε, ότι υπερασπίστηκε ένα άλογο που μαστιγωνόταν απ’ το αφεντικό του. Ότι «όλοι» ξέρουν τι συνέβη με τον Νίτσε (κλείστηκε σε ψυχιατρείο), αλλά ουδείς έμαθε για το άλογο κι αυτό είναι το μυστήριο που καλείται να ξεδιαλύνει η ταινία. Εννοείται ότι όλα τα υποζύγια έχουν λίγο ως πολύ κοινή μοίρα, ζουν ως τότε που είναι χρήσιμα, στη συνέχεια οδηγούνται στο θάνατο («σκοτώνουν τ’ άλογα όταν γεράσουν»). Με την έννοια αυτή ουδείς αναρωτήθηκε ως τώρα για το άλογο και δικαίως. Καμμιά φορά βέβαια τυχαίνει να επιφυλάσσει η τύχη στο άλογο μια τύχη περισσότερο flamboyant, θεαματική, όπως για παράδειγμα σ’ εκείνο το άλογο που έπεσε απ’ τον ουρανό πάνω σ’ ένα μπαρ στην Άνδρο. Άκουσα ότι για να το ξεφορτωθούν το παράτησαν κοντά σ’ ένα γκρεμό, όπου κάποια στιγμή θα άφηνε την τελευταία του πνοή ήσυχα, εκείνο όμως προτίμησε να γκρεμιστεί, ίσως ονειρεύτηκε πως είχε αναβάτη το Λέοντα Σγουρό που αυτοκτόνησε έφιππος απ’ τον Ακροκόρινθο.
Κρίνοντας απ’ το καστ της ταινίας που αποτελείται από Ούγγρους, υποθέτω ότι γυρίστηκε στην Ουγγαρία. Σε κάθε περίπτωση το τοπίο δεν θυμίζει καθόλου ειδικά το Τορίνο, αλλά αυτό είναι μάλλον άνευ σημασίας. Είναι μια ανεμοδαρμένη εξοχή, που φιλοξενεί ένα πετρόχτιστο αγροτόσπιτο οπουδήποτε, ακόμη και στην Ελλάδα του τέλους του δέκατου ένατου ή των αρχών του εικοστού αιώνα. Εξ άλλου κι ο σκηνοθέτης κάπου εκεί τοποθετεί την ταινία του, γύρω στο 1890. Η οικιακή τεχνολογία ή τα ρούχα των ηρώων είναι εξίσου ισοπεδωτικά σ’ αυτό το θέμα. Ο δημιουργός δεν ενδιαφέρεται να δώσει στοιχεία για το πού και το πώς της ταινίας, τον ενδιαφέρουν τα βασικά, ένα σπίτι, μια αποθήκη, ένα πηγάδι, ένα άλογο, δυο άνθρωποι, μερικοί ακόμη επισκέπτες, όλα τ' άλλα θα ήταν άσχετες λεπτομέρειες. Είναι όπως οι ζωγραφιές που κάνουν τα μικρά παιδιά, ένα σπίτι αποτελείται από μια πόρτα, δυο παράθυρα, μια στέγη, το πολύ μια καμινάδα. Όλα τα σπίτια είναι λίγο ως πολύ ίδια.Όλα τα στοιχεία αυτού του βασικού σπιτιού της ταινίας είναι "λειτουργικά", έχουν τη σημασία τους μέσα στην ταινία, είναι γρανάζια του μεγάλου μηχανισμού της ζωής.
Στην πρώτη σκηνή το άλογο οδηγεί το κάρο προς το κτήμα, που δεν είναι καν κτήμα γιατί δεν έχει ίχνος καλλιέργειας, αποτελείται από ένα σπίτι, ένα σταύλο κι ένα πηγάδι. Ο αμαξάς είναι ένας ασπρομάλλης, μένει με την κόρη του. Κάθε πρωί τον ντύνει, εκείνος πίνει ένα δυο ποτήρια οινόπνευμα και κανονικά θα πήγαινε στη δουλειά αν το άλογο δεν είχε γίνει απρόθυμο κι εξασθενημένο. Το μεσημέρι τρώνε πατάτες βραστές, κάθε φορά το ίδιο κι απαράλλαχτο φτωχικό μενού. Ο αέρας φυσάει δαιμονισμένα, ανεμίζει τα φύλλα και τα ρούχα της κόρης που κάθε μέρα σηκώνει δυο κουβάδες νερό απ’ το πηγάδι. Λιγοστοί επισκέπτες εμφανίζονται. Ο ένας είναι κάποιος που αγοράζει λίγο απ’ το οινοπνευματώδες ποτό τους και τους λέει τον καημό του περί κρίσης και καταστροφής του κόσμου, καλή ώρα. Οι άλλοι είναι μια ομάδα τσιγγάνων, που θέλει νερό απ’ το πηγάδι τους, προσπαθεί να πείσει την κόρη να τους ακολουθήσει και της αφήνει ένα βιβλίο φεύγοντας. Το πηγάδι ξεραίνεται, αποφασίζουν να φύγουν, όμως το άλογο δε μπορεί να τους ακολουθήσει, γυρίζουν πίσω, όλοι φαίνονται χαμένοι και προορισμένοι να σβήσουν στο σκοτάδι.
Διάβασα κάμποσες κριτικές για το έργο, καμμιά απ’ αυτές δε με φώτισε στο παραμικρό. Όλες μένουν στην εισαγωγή τη σχετική με το Νίτσε, που δεν αποτελεί καν μέρος της εικονογράφησης της ταινίας. Πολλές μιλάνε για τη δυσκολία του θεατή να παρακολουθήσει μια ταινία πιο αργή κι απ’ αυτές του Αγγελόπουλου, που όμως σε απορροφάει στην ατμόσφαιρά της τόσο που δε θέλεις να την αφήσεις. Τελικά όμως κανείς δεν θέλησε να μας εξηγήσει τι ακριβώς προσπαθεί να μας πει η ταινία. Ξέρω, ξέρω, μια ταινία είναι τόσο πιο καλή όσο πιο πολλά ερωτήματα δημιουργεί, κάτι τέτοιο είχε γράψει παλιότερα ένας κριτικός, αλλά για μένα που είμαι ακόμη μηχανικός αυτά είναι προφάσεις εν αμαρτίαις και «απορία ψάλτου βηξ».
Δεν έχω καταλήξει στο τι υπήρχε στο μυαλό του δημιουργού της ταινίας. Θα πω όμως μερικές απ’ τις δικές μου αναγνώσεις.
Ανάγνωση 1: Ο Νίτσε πήγε από δω, η πραγματικότητα πήγε από κει. Ο Νίτσε έγραψε για τον υπεράνθρωπο, η πραγματική ζωή της εποχής του για τον πολύ κόσμο ήταν πεζότητα, φτώχεια, κακομοιριά. Ήταν περίεργο που έκλαψε για το άλογο, δε θα ήταν καλύτερα να περιμένει απ' τον αμαξά να του επιβληθεί, να δείξει δύναμη;
Ανάγνωση 2: Για να πω την αμαρτία μου, πιο πολύ στην ταινία με μαγνήτισε, πέρα απ’ την εξαίρετη φωτογραφία, το ανθρωπολογικό μέρος. Σκέφτηκα πώς ζούσαν οι προπαππούδες κι οι προγιαγιάδες, σε τι αντίξοες συνθήκες, που τις άλλαξε η κατά τ’ άλλα τρισκατάρατη βιομηχανική ανάπτυξη. Πώς το παράθυρο, απ’ όπου αγνάντευε ίσως κι όλη μέρα όποιος δεν είχε δουλειές, σήμερα έχει αντικατασταθεί απ’ την υποκουλτούρα της τηλεόρασης, που όπως και να ‘ναι προσφέρει πιο πολλά ερεθίσματα απ’ το σχεδόν τίποτε, ένα μόνιμο τοπίο, ακόμη κι αν αυτό είναι ρομαντικό κι αλλάζει με τις ώρες και τις εποχές. Πως μια κόρη ενός φτωχού πατέρα ίσως δεν είχε στον ήλιο μοίρα. Πως κάποια μέρα όλοι κατέληγαν να βρεθούν παγωμένοι μέσα σ’ ένα καλύβι, ίσως σαπισμένοι μέχρι να τους ανακαλύψουν. Τελικά πως άλλαξε η ζωή μας ριζικά σε εκατό πάνω κάτω χρόνια.
Ανάγνωση 3: Τι είναι η ζωή, ακόμη και στην πιο πολύπλοκη έκφανσή της, ακόμη κι αν πρόκειται για τον μακαρίτη Steve Jobs (που η ζωή του έδωσε πλούτη, εξουσία, διανοητικές προκλήσεις); Μήπως είναι μια σειρά από πράξεις που εν τέλει ικανοποιούν τις βασικές ανάγκες; Μια επανάληψη, μια ματαιότητα, ένας καταναγκασμός; Το αδιαπέραστο σκοτάδι στο οποίο είμαστε όλοι καταδικασμένοι κατά το Νίτσε (και πολλούς άλλους με τον ένα ή τον άλλο τρόπο);
Ανάγνωση 4: Είναι η ταινία μια πρακτική άσκηση, ένα αντιπαράδειγμα, πάνω στη φιλοσοφία του Νίτσε; Αν ναι, λυπάμαι που δεν την κατάλαβα ως τέτοια, γιατί τότε καθενός η ζωή θα ήταν μια πρακτική άσκηση πάνω σ’ ένα πλήθος φιλοσοφικών ρευμάτων, ίσως και ανακατεμένων όλων μαζί, κι αρκει να στήσουμε όλοι από μια κάμερα εν είδει reality ο καθένας στο σπίτι του για να εμπεδώσουμε τη φιλοσοφία.
Ανάγνωση 5 (και πιο πιθανή): Ο σκηνοθέτης μήπως βαρέθηκε τα ίδια και τα ίδια στις ταινίες, τις ίδιες υποθέσεις, τις ίδιες τεχνικές, τις ίδιες συμβάσεις, κι αποφάσισε να επιστρέψει σε μια βασική τεχνική διήγησης; Να μας δείξει τις διαφορές μέσω της αντίθεσης με τη δική του ταινία;
Μια απάντηση στις παραπάνω ερωτήσεις ίσως τη δίνει η διαχείριση του χρόνου της ταινίας. Η συνηθισμένη διαχείριση είναι εστιασμένη στις κρίσιμες στιγμές, όπως κάνει ένα διήγημα, ένα λεπτό από δω, μερικά δευτερόλεπτα από κει, κι όλα μαζί δυο ώρες πάνω κάτω, όσο κρατάει μια ταινία. Στις εξαιρέσεις του κανόνα έχουμε δει και ταινίες που ο χρόνος είναι "πραγματικός", δυο συνεχόμενες ώρες απ' τη ζωή των ηρώων της ταινίας. Η συγκεκριμένη ταινία συμπυκνώνει πάνω κάτω μια βδομάδα στο δίωρο. Ωστόσο δε διστάζει να δίνει πραγματικό χρόνο μεγάλης διάρκειας στα κομμάτια της ιστορίας που αφηγείται. Το άλογο που σέρνει το κάρο στο δρόμο κρατάει ώρα πολλή, ίσως όχι όση ακριβώς θα ήταν η πραγματική, αλλά ικανή ώστε στο θεατή να δημιουργείται αυτή η αίσθηση της εξίσωσης του πραγματικού με το χρόνο της ταινίας. Η κόρη βγαίνει να πάρει νερό απ' το πηγάδι, όλη η πράξη γίνεται σε πραγματικό χρόνο. Δε δίνεται όμως τέτοια έμφαση σε όλες τις πράξεις, πρώτα απ' όλα γιατί οι υπόλοιπες θα μπορούσαν να θεωρηθούν απραξία, ο γέρος που κοιτάζει ώρες μέσα απ' το παράθυρο, οι δύο που κοιμούνται, η κόρη που κάθεται σε μια καρέκλα. Αυτά παραλείπονται. Τελικά όσα δείχνονται, όλα συμβάλλουν στη ζωή, το να πάρεις νερό απ' το πηγάδι, να βράσεις τις πατάτες, να φας, να ταΐσεις το άλογο, να ρίξεις ξύλα στη φωτιά, να ανάψεις τις λάμπες, να βγάλεις το κάρο και το άλογο για να πας στη δουλειά, να πουλήσεις πιοτό, να ντυθείς για να μη παγώσεις. Αυτά είν' η ζωή στην πιο ουσιώδη κι απλή της μορφή. Κι όλα κρέμονται από ένα βασικό μέσο παραγωγής, το άλογο. Όταν αυτό λείψει όλα τα υπόλοιπα γίνονται ανυπόφορα, άχρηστα, καταρρέουν σιγά σιγά σε βαθμό που ίσως δε δίνουν εναλλακτική λύση κι επέρχεται το τέλος.

Comments

Popular posts from this blog

Τι είδε ο Έλληνας στην Ιαπωνία

Συνηθισμένα σφάλματα

Οι Καλόγεροι του Αιγαίου κι άλλα μυστήρια